Τηλεόραση Ραδιόφωνο Podcasts
Κραυγή απόγνωσης και αγανάκτησης από τους 1.000 τραυματίες και ανάπηρους που άφησε πίσω της η τουρκική εισβολή του 1974. 

Οι εκπρόσωποί τους βρέθηκαν εκ νέου ενώπιον της Επιτροπής Προσφύγων της Βουλής, εκφράζοντας την οργή τους για το συνεχιζόμενο εμπαιγμό και απαξίωση που βιώνουν από την πολιτεία ακόμα και 47 χρόνια μετά την εισβολή. 

Με τον πρόεδρο της Οργάνωσης Παθόντων και Αναπήρων Πολέμου, Γιώργο Γρουτίδης να δηλώνει πως «δεν έχουμε δηλώσει στην ΕΕ ότι έχουμε θύματα πολέμου και είναι η δικαιολογία για τους κυβερνώντες να μην έχουν προνομιακή κοινωνική πολιτική για ανάπηρους και βετεράνους όπως έχουν όλες οι χώρες της ΕΕ». 

Ο αντιπρόεδρος της Οργάνωσης Παναγιώτης Εφέ σημείωσε ότι «πον να λυθούν τα προβλήματα τους τραυματίες-ανάπηρους πολέμου ακριβώς τζιηντην βδομάδα εν να λυθεί τζιαι το Κυπριακό. Μόνον έτσι. Πον να λυθεί το κυπριακό εν να λυθούν τζιαι τα προβλήματα θα μας λύσουν τζιαι τα προβλήματα τους τραυματίες-ανάπηρους πολέμου». 

Ο Πρόεδρος της Επιτροπής, Νίκος Κέττηρος, κάκισε το γεγονός ότι το Υπουργείο Εργασίας θεώρησε ότι η αύξηση του επιδόματος που λαμβάνουν οι βετεράνοι της εισβολής κατά 22% είναι μεγάλη, ζητώντας από τους ίδιους να επανέλθουν με αντιπρόταση. 

 «Ωσάν να υπάρχει περιθώριο παζαριών μεταξύ του κράτους και των προβλημάτων που αντιμετωπίζουν οι ανάπηροι του πολέμου και της αντίστασης. Η Επιτροπή έδωσε περιθώριο 15 ημερών για να υπάρξει συνεννόηση του Υπουργείου Εργασίας με το Υπουργείο Οικονομικών και να επιστρέψουν στην Επιτροπή με συγκεκριμένες προτάσεις και απαντήσεις», δήλωσε συγκεκριμένα ο Νίκος Κέττηρος. 

Από την πλευρά του ο βουλευτής του ΕΛΑΜ Σωτήρης Ιωάννου ανέφερε ότι «δεν είναι δυνατόν αυτό το κράτος το οποίο παρέχει σε παράνομους μετανάστες και αιτητές πολιτικού ασύλου πάνω από €140 εκατ. το χρόνο να αγνοεί επιδεικτικά τους ανθρώπους, οι οποίοι πολέμησαν, διατήρησαν την εδαφική κυριαρχία και την ανεξαρτησία της Κυπριακής Δημοκρατίας». 

Σημειώνεται ότι ένα σημαντικό ποσοστό των τραυματιών και αναπήρων της εισβολής έχουν εισέλθει στην Τρίτη ηλικία, με πολλούς εξ αυτών να έχουν αυξημένες ανάγκες υποστήριξης για την καθημερινή τους διαβίωση, έχοντας μείνει πλέον μόνοι στη ζωή.