«Δεν είναι θέμα εξοικείωσης με την κατάσταση, γιατί δεν μπορείς να εξοικειωθείς με κάτι που σε περιορίζει, δεν σου επιτρέπει να είσαι λειτουργικός όπως παλιά, να επιστρέψεις στην καθημερινότητά σου, και σου προκαλεί συνέχεια συμπτώματα, ανησυχία και άλλα προβλήματα», δήλωσε ο κ. Τσιούτης.
Η βαρύτητα της long covid, είπε, δεν έχει να κάνει με το πόσο βαριά πέρασαν την νόσο αρχικά και αναφέρθηκε στα συχνά συμπτώματα που είναι η δύσπνοια, σαν βάρος στο στήθος ειδικά το βράδυ, οι ταχυκαρδίες που μπαίνουν απότομα, η εύκολη κούραση σαν να τους κόβονται τα πόδια, η μειωμένη όρεξη, η συνεχής ανησυχία. Επίσης οι περισσότεροι, μέχρι να φτάσει απόγευμα, νιώθουν πολύ κουρασμένοι και δεν μπορούν να σκεφτούν καθαρά. Αυτό που δεν μπορούν να σκεφτούν καθαρά, το περιγράφουν σαν σύγχυση, σαν ομίχλη, και δυστυχώς, κρατά αρκετό καιρό, είπε προσθέτοντας ότι υπάρχουν και ασυνήθιστα συμπτώματα: εξανθήματα, βραχνάδα, τριχόπτωση, πόνοι στις αρθρώσεις.
«Το σημαντικότερο για μένα είναι πως, δεν μπορείς να το προβλέψεις. Γι’αυτό κάποιοι το περνάνε και επανέρχονται χωρίς πρόβλημα, ενώ άλλοι, συνήθως νέοι ενήλικες στην ηλικία των 40-60, ταλαιπωρούνται για μήνες και επανέρχονται αργά». Αυτό είναι λοιπόν κάτι που πρέπει να μελετήσουμε και να δούμε, πώς θα το καταλάβουμε καλύτερα και πώς θα μπορέσουμε να τους βοηθήσουμε, ανέφερε.
Στην τελική του τοποθέτηση ο Κωνσταντίνος Τσιούτης σημείωσε ότι τα επιδημιολογικά μας δεδομένα, όσο κι αν έχουμε συνηθίσει τους τριψήφιους αριθμούς νέων περιστατικών, το μεγάλο αριθμό νοσηλευομένων και δυστυχώς και τους θανάτους, δεν είναι καλά.
«Όμως, εδώ πρέπει να βάλουμε μια γραμμή. Να θυμηθούμε τι περάσαμε και τώρα που αρχίζει μια νέα περίοδος να προσπαθήσουμε όλοι μαζί, όσο μπορεί ο καθένας, μας να συνεργαστούμε και να εφαρμόσουμε όλα όσα μάθαμε, για να προστατευόμαστε γιατί η πανδημία δεν θα τελειώσει σύντομα».
Ο περιορισμοί και το κλείσιμο χώρων δεν φέρνουν ουσιαστικό και διαχρονικό αποτέλεσμα, αν δεν καταλάβουμε πως πρέπει να κρατηθούμε όσο πιο ασφαλείς γίνεται, σημείωσε παρατηρώντας ότι ανοίξαμε και αναγκαστήκαμε να ξανακλείσουμε τρεις φορές. «Είδαμε τα νοσοκομεία και τις ΜΕΘ να γεμίζουν, και έχουμε χάσει πέραν των 500 ανθρώπους. Το μέλλον μας που είναι τα σχολεία μας, έπαθαν ζημιά δύο συνεχόμενες χρονιές, κι ανοίγουν τώρα ξανά. Αν θέλουμε να κρατήσουμε τα παιδιά μας ασφαλή, ας θέσουμε κοινούς στόχους κι ας φερθούμε υπεύθυνα, ώστε να μην τα εκθέσουμε για μία ακόμα φορά».
Η πανδημία δεν θα εξαφανιστεί, είπε ο κ. Τσιούτης, τα εμβόλια εκπληρώνουν το σκοπό τους: μειώνουν σε τεράστιο βαθμό τις πιθανότητες για σοβαρή νόσηση και θάνατο. Να κάνουμε, είπε, ο καθένας μας ότι μπορούμε, για να έχουμε μία ασφαλή και λειτουργική καθημερινότητα, ο καθένας μας να αναλάβει την ατομική του ευθύνη. «Αν 18 μήνες μετά δεν γνωρίζουμε ή δεν εφαρμόζουμε τα μέτρα ατομικής προστασίας, τότε ας πάμε πίσω κι ας μάθουμε ο ένας τον άλλον να τα εφαρμόζει. Ας καταλάβουμε, έστω και τώρα, ότι όλοι έχουμε ένα και μοναδικό κοινό στόχο: Προσέχουμε τον εαυτό μας για να προστατέψουμε τους γύρω μας».