Το γεγονός πως μέχρι το βράδυ της Παρασκευής νοσηλεύονταν 48 διασωληνωμένοι ασθενείς ήχησε εκ νέου συναγερμό στον ΟΚΥπΥ, ο οποίος ετοιμάζεται να ανοίξει και τέταρτη Μοναδικής Εντατικής Θεραπείας (ΜΕΘ), για αποσυμφόρηση της κατάστασης.
Όπως δήλωσε στον ΑΝΤ1 ο εκπρόσωπος Τύπου του ΟΚΥπΥ, Χαράλαμπος Χαριλάου «το σχέδιο δράσης είναι σε πλήρη εξέλιξη και προνοεί ανάπτυξη πέραν των 300 κλινών σε κοινούς θαλάμους, όσον αφορά την Μονάδα Εντατικής θεραπείας προνοεί την ανάπτυξη γύρω στις 65 κλίνες ΜΕΘ».
Εάν και εφόσον η κατάσταση συνεχίζει να παρουσιάζει επιδείνωση στη μάχη αναμένεται να ριχθεί και το φυσιοθεραπευτήριο του ΓΝ Λευκωσίας το οποίο μπορεί να μετατραπεί σε τέταρτη ΜΕΘ, με τον ΟΚΥπΥ να σημειώνει πως βρίσκονται κοντά στην πλήρη ανάπτυξη όλων των Μονάδων.
«Το ανησυχητικό είναι ο μεγάλος αριθμός νοσηλευομένων στην Μονάδα Εντατικής Θεραπείας του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας όπου έχει ξεπεράσει τους 50 νοσηλευόμενους. Η πίεση πιστεύουμε θα συνεχιστεί και αυτή την εβδομάδα» σημείωσε ο κ. Χαριλάου.
«Η κατάσταση στα νοσοκομεία συνεχίζει να είναι άσχημη» εκτίμησε στο ant1.com.cy το μέλος της Συμβουλευτικής Επιστημονικής Επιτροπής δρ. Μαριά Κολιού, χαρακτηρίζοντας την εικόνα που επικρατεί ως κομβικής σημασίας για την μετέπειτα πορεία του ιού στην κοινότητα.
Σημειώνοντας επ’ αυτού πως ασχέτως του ποια είναι η διασπορά του ιού αυτή την περίοδο, αυτό δεν θα αποτυπωθεί άμεσα στις νοσηλείες, μιας και αυτές ακολουθούν την πορεία των κρουσμάτων με μια σχετική καθυστέρηση 2-3 εβδομάδων.
«Θολή» εικόνα
Σε αντίθεση με την ξεκάθαρη εικόνα που επικρατεί στις νοσηλείες, αυτό δεν μπορεί να ειπωθεί και για την πορεία του ιού, μετά και την κατάργηση των δωρεάν προγραμμάτων rapid test για τον γενικό πληθυσμό. Ο εμφανώς μειωμένος αριθμός εξετάσεων που πραγματοποιείται τις τελευταίες ημέρες, αναγκάζει τους ειδικούς να εξεύρουν άλλους τρόπους για να διαπιστώσουν πόση και ποια είναι η διασπορά του ιού.
Σύμφωνα με την κα Κολιού, «πρέπει να ζήσουμε λίγες μέρες ή και εβδομάδες με το νέο αυτό σύστημα για να μπορέσουμε να το αξιολογήσουμε. Για το τώρα δεν έχουμε κάποιον καλά μελετημένο δείκτη».