Με 15σέλιδη ανακοίνωσή της απαντά στο πόρισμα της επιτροπής Νικολάτου χρεώνοντας της παραπλανητικούς ισχυρισμούς.
«Είναι προφανής η πρόθεση της επιτροπής να πλήξει την ελεγκτική υπηρεσία, να αναδείξει ως τη μόνη άψογη υπηρεσία την επιτροπή κεφαλαιαγοράς της οποίας η πρόεδρος είναι και μέλος της επιτροπής, να φορτώσει στην ελεγκτική υπηρεσία και προσωπικά στον κύριο Μιχαηλίδη την ευθύνη ακόμη και για μετά το 2019 όταν προσπαθήσαμε να κάνουμε έλεγχο και δε μας άφησαν», δήλωσε ο Εκπρόσωπος Τύπου της Ελεγκτικής Υπηρεσίας, Μάριος Πετρίδης.
«Τόσο μεροληπτική είναι η προσέγγιση της, που ενώ με τόσες δυσκολίες και με στοιχεία από άλλους κυβερνητικούς φορείς καταφέραμε να ελέγξουμε την πολιτογράφηση στελεχών δύο εταιρειών, μας κατηγορεί ότι δεν καταφέραμε, χωρίς να έχουμε πρόσβαση στους φακέλους του Υπουργείου Εσωτερικών, να ελέγξουμε και άλλες εταιρείες, που ακόμη δεν ξέρουμε ποιες είναι», ανέφερε σε ανακοίνωση της η Ελεγκτική Υπηρεσία.
Στη μακροσκελή ανακοίνωσή της κατακεραυνώνει μάλιστα το βοηθό Γενικό Ελεγκτή, Κυριάκο Κυριάκου ο οποίος συμμετείχε στην ερευνητική.
«Πρόκειται για κατάφωρη παραβίαση κάθε αρχής αμεροληψίας και ευρείας και διάχυτης ύπαρξης καταστάσεων σύγκρουσης συμφέροντος, από μέλη της Επιτροπής, κυρίως δε από πρόσωπο που από το 2005 ήταν στέλεχος της Υπηρεσίας και από τον Γενάρη του 2013 δεύτερος τη τάξει στην Υπηρεσία, για το οποίο, άλλο μέλος της Επιτροπής, δημόσια προέβαλε τον ισχυρισμό ότι διακατέχεται από μονομανία κατά του Γενικού Ελεγκτή», όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά.
Η Ελεγκτική Υπηρεσία ετοιμάζει παράλληλα και άλλες ενέργειες αντίδρασης, μεταξύ των οποίων και η προσφυγή στην Κομισιόν.
«Θα στείλουμε και μία συμπληρωματική επιστολή προς τον αρμόδιο επίτροπο της ΕΕ εφόσον είναι σημαντικό κατά τη γνώμη μας, τον τρόπο με τον οποίο ενήργησε μία υποτίθεται οιωνεί δικαστική επιτροπή ούτως ώστε να το λάβει υπόψη του κατά την ετοιμασία της επόμενης έκθεσης για το κράτους δικαίου που ισχύει στην Κυπριακή Δημοκρατία», είπε ο κ. Πετρίδης.
Πληροφορίες του ΑΝΤ1 αναφέρουν ότι είναι κοινή η απόφαση των μελών της πρώην πλέον ερευνητικής επιτροπής, οι όροι εντολής της οποίας εξέπνευσαν στις 7 Ιουνίου, να μην εμπλακούν σε δημόσια συζήτηση με κανέναν σε σχέση με το πόρισμα.