Σύμφωνα με στοιχεία που παρουσίασε η Επίτροπος Διοικήσεως Ελίζα Σαββίδου στην Κύπρο ζουν περίπου 180.000 μετανάστες ή το 1/5 του συνολικού πληθυσμού, 67.000 εκ των οποίων είναι πολίτες τρίτων χωρών. Την ίδια ώρα περίπου το 12% των μαθητών που φοιτούν στα δημόσια σχολεία είναι παιδιά μεταναστευτικής προέλευσης.
«Δεν είναι τυχαίο ότι η Κυπριακή Προεδρία έχει κατατάξει το θέμα της ένταξης των μεταναστών ψηλά στις προτεραιότητές της στην ημερήσια της διάταξη τούτων των έξι μηνών», δήλωσε η Υπουργός Εσωτερικών Ελένη Μαύρου κατά τη διάρκεια της παρέμβασής της, ενημερώνοντας τους παρευρισκόμενους ότι στα πλαίσια αυτά πραγματοποιήθηκε χθες στη Λευκωσία Διάσκεψη Εμπειρογνωμόνων με θέμα το ρόλο των τοπικών και περιφερειακών Αρχών και κοινωνιών ευρύτερα στις δράσεις για την ένταξη μεταναστών.
Πιστεύουμε, είπε, «ότι η ουσιαστική ένταξη των υπηκόων τρίτων χωρών στις τοπικές κοινωνίες αποτελεί το κλειδί προκειμένου, αφενός να αξιοποιηθούν στο μέγιστο δυνατό βαθμό τα οφέλη από τη μετανάστευση και αφετέρου για να βρει η Ευρώπη έναν τρόπο να αντεπεξέλθει αποτελεσματικά στην πρόκληση των διαφοροποιημένων πλέον πολυπολιτισμικών κοινωνιών της».
Η κ. Μαύρου υπογράμμισε παράλληλα ότι «δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι η αβεβαιότητα και η άνιση μεταχείριση οδηγούν στην ανασφάλεια και κατ’ επέκταση σε πιθανή περιφρόνηση των κανόνων, με αποτέλεσμα την κοινωνικοοικονομική περιθωριοποίηση των μεταναστών και των οικογενειών τους». Πρόσθεσε ότι «όλοι αντιλαμβανόμαστε ότι οι δύσκολες οικονομικές συνθήκες που περνούν οι περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες αυτή την περίοδο μεγαλώνουν αυτόν τον κίνδυνο περιθωριοποίησης, διατάραξης της κοινωνικής ηρεμίας και συνοχής και θεωρώ ότι είναι ένας κίνδυνος που πρέπει να μας απασχολήσει πολύ συγκεκριμένα».
Η κ. Μαύρου προέβη επίσης σε μια σύντομη ανασκόπηση του πλαισίου πολιτικής που ισχύει στην Κύπρο. Το Εθνικό Σχέδιο Δράσης 2010 – 2012, είπε, «αποτελεί την πρώτη ευρεία, συγκροτημένη και συστηματοποιημένη προσπάθεια που έγινε στην Κύπρο για την εκπόνηση ολοκληρωμένης πολιτικής για την ένταξη». Στο πλαίσιο αυτό, υπογράμμισε, «καταβάλλεται κάθε δυνατή προσπάθεια για συμπερίληψη της ένταξης των μεταναστών σε όλες τις δημόσιες πολιτικές που αφορούν στους τομείς της πληροφόρησης και της εξυπηρέτησης, της απασχόλησης, της εκπαίδευσης, της υγείας, της στέγασης, της συμμετοχικότητας».
Η Υπουργός Εσωτερικών σημείωσε πως «βεβαίως, από τη θεωρία στην πράξη συχνά η απόσταση είναι μεγάλη και πρέπει να παραδεχθώ ότι παρόλο που έχουν γίνει μεγάλα βήματα σε ό,τι αφορά τη διατύπωση των αρχών, τη διαμόρφωση το πλαισίου δράσης έχουμε πολύ δρόμο ακόμα και σε όλα τα επίπεδα διακυβέρνησης, αλλά και στην ίδια την κοινωνία για την ουσιαστική εφαρμογή όλων αυτών των δράσεων».
Εξέφρασε παράλληλα την ανησυχία της «ότι η οικονομική κατάσταση όπως εξελίσσεται είναι πιθανόν να καταστήσει ακόμη πιο δυσχερή τη θέση ευάλωτων ομάδων του πληθυσμού, ιδιαίτερα θα περιλάμβανα σ’ αυτές τις ομάδες τους μετανάστες».
Τη διαβεβαίωση ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα συνεχίσει να δραστηριοποιείται ενεργά προς την επίτευξη μεγαλύτερου βαθμού ισότητας στην Ευρώπη, έδωσε ο Επικεφαλής της Αντιπροσωπείας της Επιτροπής στην Κύπρο Γιώργος Μαρκοπουλιώτης κατά τη διάρκεια δικού του χαιρετισμού. Οι μετανάστες, είπε, «διαδραματίζουν απαραίτητο ρόλο στην ανάπτυξη των κοινωνιών μας, ένα ρόλο που πολύ συχνά υποτιμάται ακόμα». Αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του μέλλοντος της Ευρώπης και η ίση μεταχείριση είναι το ελάχιστο που τους αξίζει, πρόσθεσε.
Ο κ. Μαρκοπουλιώτης εξέφρασε την ανησυχία της Επιτροπής για την αύξηση ξενοφοβικών φαινομένων στην Ευρώπη τα τελευταία χρόνια την ίδια ώρα που επικρατεί οικονομική δυσχέρεια καθώς και για την στοχοποίηση μεταναστών από ακροδεξιές ομάδες.
«Οι μετανάστες έχουν γίνει πολύ γρήγορα ‘αποδιοπομπαίοι τράγοι’ και σε κάποια μέρη θύματα βίας, ενώ συχνά αποκλείονται από την πρόσβαση στη νομική προστασία», είπε. Επεσήμανε ταυτόχρονα ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή καταδικάζει σθεναρά όλες τις μορφές και εκφάνσεις ρατσισμού και ξενοφοβίας αφού τέτοιες συμπεριφορές είναι ασύμβατες με τις αξίες και τις αρχές στις οποίες εδράζεται η ΕΕ.
Μεγάλες είναι οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει η Κύπρος στον τομέα της μετανάστευσης σύμφωνα με την Επίτροπο Διοικήσεως κατά τη δική της παρέμβαση. «Παρά το ό, τι η μετανάστευση είχε ευεργετικά αποτελέσματα στην οικονομία του τόπου - αφού εκμεταλλευθήκαμε τους μετανάστες ως φτηνή εργατική κυρίως δύναμη - και παρά το ότι εμπλούτισε τον πολιτισμό μας με νέα, δημιουργικά στοιχεία, η παραδοσιακή κυπριακή κοινωνία ανέπτυξε και διατήρησε έναντι των μεταναστών μια στάση αμυντική και ξενοφοβική».
Την κατάσταση, πρόσθεσε, «έχει επιτείνει τα τελευταία χρόνια η οικονομική κρίση, η οποία προσφέρει, δυστυχώς πρόσφορο έδαφος για την καλλιέργεια και την εκδήλωση ξενοφοβικών αντιλήψεων και συμπεριφορών, ακόμη και βίας. Δυστυχώς, συνέχισε η κ. Σαββίδου «με ξενοφοβικό δημόσιο λόγο και με την καλλιέργεια μύθων, ο μετανάστης, ο ‘ξένος’, προβάλλεται ως ο αποδιοπομπαίος τράγος για όλα τα προβλήματα που αντιμετωπίζουμε».
Παράλληλα ανέφερε ότι οι καταγγελίες που δέχεται το γραφείο της αντικατοπτρίζουν το γεγονός ότι οι οικονομικές συνθήκες έχουν οδηγήσει σε προσεγγίσεις από πλευράς διοίκησης που υπονομεύουν σταδιακά και σε ορισμένες περιπτώσεις ακυρώνουν τη δυνατότητα ευάλωτων ομάδων, κυρίως μεταναστευτικής καταγωγής, να έχουν πρόσβαση σε υπηρεσίες κοινής ωφέλειας. Κλείνοντας την παρέμβασή της η κ. Σαββίδου εξέφρασε την αισιοδοξία της ότι με συλλογική και συντονισμένη προσπάθεια και αποφασιστικότητα τα αρνητικά δεδομένα μπορούν να αντιστραφούν.
Στόχος του εργαστηρίου είναι να ενταχθεί το θέμα της παρουσίας των μεταναστών και των δικαιωμάτων τους στην Κύπρο στην ατζέντα του δημόσιου διάλογου, στη βάση τεκμηριωμένων δεδομένων και θέσεων που στηρίζονται στο σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων ανεξάρτητα από οποιαδήποτε διαφορετικότητα, ανέφερε σε σύντομο χαιρετισμό της η Πρόεδρος της ΚΙΣΑ Ανθούλα Παπαδοπούλου. Ευελπιστούμε, είπε, ότι μέσα από τις εργασίες του εργαστηρίου «θα διαμορφώσουμε μια κοινή βάση αντίληψης, συνεννόησης και αντιμετώπισης του θέματος όπως και για την καταπολέμηση του αποκλεισμού, των διακρίσεων και του ρατσισμού που μαστίζουν την κυπριακή κοινωνία όπως και των άλλων χωρών της ΕΕ».
Στο εργαστήρι, που διοργανώνεται από την ΚΙΣΑ, το Γραφείο Επιτρόπου Διοικήσεως, την Αντιπροσωπεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και το Γραφείο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στην Κύπρο, συμμετέχουν για ανάλυση, παρουσίαση θέσεων και ανταλλαγή εμπειριών και απόψεων εμπειρογνώμονες του τομέα ανθρωπίνων δικαιωμάτων από την Κύπρο και το εξωτερικό.