Στις αρχές της δεκαετίας του 1990, μετά τις τεκτονικές αλλαγές που ακολούθησαν την κατάρρευση του σοβιετικού μπλοκ, ο τότε πρωθυπουργός της Τουρκίας Τουρκούτ Οζάλ εμπνεύστηκε το σχέδιο του Ισλαμικού Τόξου, δηλαδή την επέκταση της τουρκικής επιρροής, σε πρώην χώρες του ανατολικού μπλοκ και όχι μόνο, με μουσουλμανικό πληθυσμό.
Ειδικότερα η προσοχή επικεντρώθηκε στα Βαλκάνια και συγκεκριμένα στην Αλβανία, τη Βοσνία Ερζεγοβίνη, τα Σκόπια, το Κοσσυφοπέδιο, ακόμη και στις μουσουλμανικές κοινότητες της Βουλγαρίας και της Δυτικής Θράκης.
Ωστόσο οι επιδιώξεις αυτές επεκτείνονταν και προς ανατολάς και έφθαναν μέχρι και την Κίνα και προσπάθεια αύξησης της επιρροής της Άγκυρας βασίστηκε σε τρεις πυλώνες.
Στην παιδεία, με τα τουρκικά πανεπιστήμια να παραχωρούν σωρηδόν υποτροφίες και να δέχονται δεκάδες χιλιάδες φοιτητές στα τμήματα τους από τις χώρες αυτές.
Στην ενίσχυση των πολιτικών και πολιτιστικών δεσμών μέσω της διοργάνωσης συνεδρίων και ίδρυση οργανισμών.
Στην ανάπτυξη στενών οικονομικών σχέσεων.
Προς το τέλος της δεκαετίας του ’90 και τις αρχές της νέας χιλιετίας η ενέργεια αυτή εκτονώθηκα σε κάποιο βαθμό και επικεντρώθηκε στις οικονομικές σχέσεις.
Αρχές του νέου αιώνα (2001), πριν ακόμη την αναρρίχηση Ερντογάν στην εξουσία, ο ισλαμιστής ακαδημαϊκός Αχμέτ Νταβούτογλου εξέδωσε το βιβλίο «Στρατηγικό Βάθος».
Με την ανάληψη της διακυβέρνησης από το ΑΚΡ, η συγκεκριμένη μελέτη μετατράπηκε στο νέο «κοράνι» της τουρκική εξωτερικής πολιτικής, με τον Νταβούτογλου να αναλαμβάνει θέσεις υπουργού εξωτερικών και μετέπειτα πρωθυπουργού.
Ακολούθησε η «αναζωογόνηση» των σχεδιασμών επέκτασης της επιρροής της Τουρκίας σε ξένες χώρες.
Σε αδρές γραμμές, ο Νταβούτογλου συνεχίζοντας στην γραμμή του Ισλαμικού Τόξου, δημιουργούσε ένα νέο – οθωμανικό ιδεολόγημα, σύμφωνα με το οποίο ακρογωνιαίος λίθος αποτελεί το αυτοκρατορικό παρελθόν της Τουρκάις και η γεωγραφική της θέσης για να καταστεί η μουσουλμανική υπερδύναμη.
Το ενδιαφέρον μετατοπίστηκε από τη Δύση, όπως υπαγόρευε μέχρι τότε το κεμαλικό παρελθόν της, προς την Ανατολή και την Ρωσία. Αξιοσημείωτο ότι από τις 600 σελίδες του βιβλίου του, ο Νταβούτογλου αφιερώνει μόνο δυο (!!!) στο Κυπριακό, φροντίζοντας ωστόσο να είναι αρκούντως ξεκάθαρος σε ότι αφορά τις τουρκικές επιδιώξεις.
Χαρακτηριστική η φράση «Η παρουσία της Τουρκίας στην Κύπρο θα ήταν επιβεβλημένη ακόμη και αν δεν υπήρχε ένας Τουρκοκύπριος». Δηλαδή η Κύπρος θεωρείται εκ των ων ουκ άνευ δεδομένη για την Τουρκία και δεν χρειάζονταν περαιτέρω εξηγήσεις.
Μετά την αποδόμηση Νταβούτογλου, χωρίς να εγκαταλείπεται η πολιτική του, ο τουρκικός αναθεωρητισμός τα τελευταία χρόνια βρήκε ένα νέο πιο δυναμικό αφήγημα, αυτό της «Γαλάζιας Πατρίδας», με την προσοχή πλέον να μετατίθεται στο Αιγαίο και τους φυσικούς πόρους της Ανατολικής Μεσογείου.
Σε αντίθεση με το «Στρατηγικό Βάθος» οι αναφορές στην Κύπρο, στο συγκεκριμένο αφήγημα είναι κάτι περισσότερο από πυκνές. Η επιδίωξη για έλεγχο των κυπριακών θαλασσών είτε δια της τεθλασμένης μέσω ψευδοκράτους είτε ευθέως από την Άγκυρα, είναι ξεκάθαρες και από τη δράση των τουρκικών ερευνητικών επί του πεδίου τα τελευταία χρόνια.
Ισλαμικό Τόξο, Στρατηγικό Βάθος και Γαλάζια Πατρίδα, αποτελούν τρεις όψεις της ίδιας σχολής σκέψης. Αποδεικνύουν ότι η Τουρκία, εδώ και τριάντα χρόνια κινείται βάση συγκεκριμένου σχεδίου, οι διαφορετικές παραλλαγές του οποίου, έχουν μια κοινή κεντρική ιδέα. Αυτή που κάνει λόγο για το τουρκικό lebensraum, δηλαδή την ανάγκη της Άγκυρας να αυξήσει τον ζωτικό της χώρος, είτε με την συνεργασία με άλλες χώρες, είτε (κυρίως) με την δορυφοροιοποίηση άλλων κρατών ακόμη και την προσάρτηση ξένων περιοχών.
Ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν θέλοντας να καταστεί στο εθνικό υποσυνείδητο του λαού του ως νέο Ατατούρκ, (πατέρας του Έθνους), αποκαθηλώνοντας τον Κεμάλ, θεωρείται εξαιρετικά πιθανόν μέχρι το 2023, ημερομηνία ορόσημο με την συμπλήρωση 100 χρόνων από την ίδρυση της Τουρκικής Δημοκρατίας, να επιχειρήσει την προσάρτηση ξένων εδαφών ή να θέσει υπό τον έλεγχο του θαλάσσιες περιοχές. Ο ίδιος θεωρεί ως πρόσφορο πεδίο τα κουρδικά εδάφη σε Συρία και Ιράκ, το Αιγαίο, αλλά και την περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου με την Κύπρο και την ΑΟΖ της φυσικά στο επίκεντρο.
Η τουρκική στρατηγική όμως δεν είναι τόσο κοντόφθαλμη, τίθεται και με χρονικό ορίζοντα το 2053 και την συμπλήρωση 600 χρόνων από την άλωση της Κωνσταντινούπολης και φθάνει μέχρι και το 2071 και τα χίλια χρόνια από την ήττα των Βυζαντινών στην μάχη του Ματζικέρτ που σηματοδότησε την είσοδο των Σελτζούκων Τούρκων στην Μικρά Ασία.
Το δήλωσε άλλωστε ο Τούρκος πρόεδρος, η χώρα του θα πρέπει να πάρει θέση στις παγκόσμιες υπερδυνάμεις.
Όνειρο θερινής νυχτός; Πιθανότατα, λαμβάνοντας υπόψη και την παραπαίουσα τουρκική οικονομία.
Ποιος όμως μπορεί να μας εγγυηθεί ότι δεν θα αποπειραθεί να το επιτύχει, με εδαφικές και θαλάσσιες αναπροσαρμογές προς όφελος του. Και το κυριότερο ποια είναι τα δικά μας σχέδια ανάσχεσης, έστω και τον βραχυπρόθεσμών τουρκικών επεκτατικών σχεδιασμών;