Τηλεόραση Ραδιόφωνο Podcasts

Στη σύσταση Ειδικής Επιτροπής διερεύνησης περιστατικών παρενόχλησης και σεξουαλικής παρενόχλησης στον χώρο εργασίας, προχώρησε η Ένωση Ηθοποιών Κύπρου. Η Ειδική Επιτροπή εδώ και κάποιες μέρες έπιασε δουλεία και άρχισε να διαμορφώνει ένα περιβάλλον στο οποίο ο κάθε ηθοποιός θα μπορεί να αποταθεί και να αναφέρει το παράπονο του σε ό,τι αφορά περιστατικά παρενόχλησης στον εργασιακό του χώρο.

Την Ειδική Επιτροπή απαρτίζουν η αντιπρόεδρος της ΕΗΚ, Μαρίνα Μανδρή, η οποία έχει και την ευθύνη του συντονισμού της ομάδας, την Αλεξία Αλέξη και τον Γιάννη Χατζηπαρασκευά. Και οι 3 ηθοποιοί είναι μέλη της Ένωση Ηθοποιών Κύπρου, όπως ορίζει το καταστατικό τους.

Σε δηλώσεις της στο ant1.com.cy, η συντονίστρια της Ειδικής Επιτροπής και η αντιπρόεδρος της ΕΗΚ, Μαρίνα Μανδρή, αναφέρει πως «ο σκοπός της Επιτροπής είναι να δέχεται παράπονα, να διερευνά το παράπονο, να συμβουλεύει τον παραπονούμενο ως προς τις επιλογές του και να τον στηρίζει ως προς αυτές.»

Συνεπώς, η Ειδική Επιτροπή δεν δημιουργήθηκε για να αποτελεί κάποιο εναλλακτικό νομικό σώμα το οποίο θα λαμβάνει αποφάσεις και θα δικάζει τα όποια παράπονα λαμβάνει, αντιθέτως συστάθηκε για να αποτελεί ένα ασφαλές περιβάλλον για τους ηθοποιούς που πέφτουν θύματα σεξουαλικής παρενόχληση ή κακοποίησης και ψάχνουν μια διέξοδο για να μοιραστούν το παράπονο τους και αυτό που βίωσαν.

Ερωτηθείσα αν τα παράπονα που θα λαμβάνουν θα τα προωθούν στην Αστυνομία, η κα. Μανδρή ξεκαθάρισε πως «αυτό θα έχει να κάνει με τον παραπονούμενο. Είναι επιλογή του παραπονούμενο εάν θα προχωρήσει σε καταγγελία στην Αστυνομία.»

Εξήγησε δε, πως «εάν θέλει να προχωρήσει ο παραπονούμενος νομικά, τότε θα ακολουθούνται όλες οι διαδικασίες όπως προβλέπεται από το νόμο. Η καταγγελία θα πρέπει να φθάνει στους αρμόδιους φορείς, δεν είμαστε εμείς που θα παίρνουμε το παράπονο στην Αστυνομία ή τα δικαστήρια.»

Κληθείσα να σχολιάσει για το τι θα ισχύει όταν φθάνει κοντά τους μια περίπτωση από ηθοποιό που δεν είναι μέλος της ΕΗΚ ή το αντίστροφο, η κα. Μανδρή είπε πως αυτά είναι τα σενάρια που εξετάζουν τη δεδομένη στιγμή, ωστόσο εξήγησε πως «εμείς οφείλουμε να τις ακούσουμε, να τις διερευνήσουμε και απ’ εκεί και πέρα θα παραπέμπουμε ανάλογα.»  

Ερωτηθείσα αν έχουν φθάσει ήδη κοντά τους κάποιες περιπτώσεις, η κα. Μανδή απάντησε αρνητικά, σημειώνοντας παράλληλα πως η προσπάθεια αγκαλιάστηκε, αφού έχουν δεχθεί ήδη κάποια τηλεφωνήματα.

«Απ’ εκεί και πέρα», συνέχισε, «ο στόχος ήταν να δημιουργηθεί ένα ασφαλές περιβάλλον, για να ξέρουν τα άτομα που έχουν υποστεί οποιουδήποτε είδους παρενόχληση, ότι μπορούν να το μοιραστούν και να δημιουργηθεί ένας ασφαλές εργασιακό περιβάλλον στο οποίο δεν θα υπάρχουν θύματα. Το πρώτο βήμα έγινε όσον αφορά τη δημιουργία αυτού του περιβάλλοντος, αλλά δεν μπορούμε να σταματήσουμε εδώ. Το θέμα είναι να δημιουργηθεί ένα κλίμα που δεν θα παράγει θύματα.»

Σε ερώτημα γιατί αποφάσισαν να δημιουργήσουν τώρα αυτή την Ειδική Επιτροπή, η κα. Μανδρή απάντησε πως δεν υπάρχει χώρος στον οποίο δεν υπάρχουν αυτά τα προβλήματα και εξήγησε ότι «το θέμα είναι ότι αυτή τη στιγμή είδαμε κάποιες μαρτυρίες στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, στις οποίες μπορεί να μην κατονομάζουμε  ο θύτης, από την άλλη δεν μπορούμε να τις παραβλέψουμε. Από τη στιγμή που κάποια άτομα βγήκαν και μίλησαν, παρόλο που οι περιπτώσεις τους δεν έχουν διερευνηθεί, φαίνεται πως υπάρχει θέμα.»

Τόνισε δε, πως από τη στιγμή που υπάρχει θέμα πρέπει να κάνουμε κάτι. «Όταν έρχεται εις γνώσιν σου, έστω και μέσω του διαδικτύου, ότι υπάρχει θέμα, δεν μπορείς να κάτσεις άπραγος και να περιμένεις να γίνει επίσημο. Μα για να γίνει επίσημο  πρέπει να υπάρχει περιβάλλον στο οποίο μπορεί να γίνει επίσημο. Όταν δεν υπάρχει περιβάλλον, τότε τι περιμένουμε; Να βγουν τα άτομα και να ξεκινήσουν να κατονομάζουν; Δεν θα το κάνουν, υπάρχει φόβος», συμπλήρωσε.

Διευκρίνισε δε, πως «από την άλλη θέλω να πω, ότι είναι επικίνδυνο στην παρούσα φάση, αφού δημιουργήθηκε η Επιτροπή να μην πάμε στην άλλη πλευρά και να ξεκινήσουμε να μεταφέρουμε την ευθύνη στο θύμα. Όχι,  ο καθένας μπορεί να καταγγείλει όταν είναι έτοιμος να το πράξει. Εμείς δημιουργήσαμε το περιβάλλον.»

Τέλος, η κα. Μανδρή επεσήμανε πως «όταν υπάρχει έστω και μια μικρή υπόνοια ότι μπορεί να συμβαίνουν τέτοια περιστατικά, τότε πρέπει να λαμβάνουμε δράση αλλιώς είμαστε συνένοχοι.»