Τηλεόραση Ραδιόφωνο Podcasts

Ο Ανδρέας Χριστοδούλου, Τεχνικός Επιθεωρητής στην Υπηρεσία Μεταλλίων, κατέθεσε ως ο 25ος μάρτυρας κατηγορίας και στην κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία στις 11/7/2011 και ανέγνωσε στο Δικαστήριο ανέφερε πως στις 5/7/2011 έλαβε οδηγίες από τον προϊστάμενό του όπως τον συνοδεύσει σε σύσκεψη την επομένη στη ναυτική βάση στο Μαρί για να εξετάσουν ένα φουσκωμένο εμπορευματοκιβώτιο.

Πρόσθεσε ότι από την εξέταση που έγινε την επομένη πιθανόν λόγω πολύ υψηλών θερμοκρασιών, είχε προκληθεί κάποια έκρηξη εντός του εμπορευματοκιβωτίου με αποτέλεσμα να μετακινηθεί και να υπάρξει βίαιο άνοιγμα της πόρτας του ενώ υπήρχαν ίχνη στάχτης στο πίσω μέρος του. Ανέφερε ακόμα ότι από τις 6/7/2011 δεν είχε καμιά επικοινωνία με την ομάδα που έκανε επιθεώρηση στο φουσκωμένο εμπορευματοκιβώτιο και πως η υπηρεσία του δεν είχε καμιά ανάμειξη στο θέμα.

Απαντώντας σε ερωτήσεις της Κατηγορούσας Αρχής, ο κ. Χριστοδούλου είπε ότι ο ίδιος και ο προϊστάμενός του δεν γνώριζαν τίποτε απολύτως για το φορτίο και αντιλήφθηκαν την επικινδυνότητά του όταν ανέβηκαν στο φουσκωμένο εμπορευματοκιβώτιο και αυτό παλλόταν. Όταν η ομάδα ανέβηκε στο εμπορευματοκιβώτιο, ο Διοικητής της ΕΜΑΚ Ανδρέας Λοϊζίδης τους συνέστησε να περπατούν στην άκρη γιατί ήταν επικίνδυνο ενώ κάποιος άλλος είπε «Παναγία μου ρε κοπέλλια έννα ανατιναχτούμε». Ανέφερε ακόμα ότι στη σύσκεψη που πραγματοποιήθηκε στη συνέχεια στο Διοικητήριο της ναυτικής βάσης υπήρχε στα πρόσωπα όλων η ανησυχία για το μεγάλο κίνδυνο που υπήρχε.

«Λόγω της εμπειρίας μου από τις εκρηκτικές ύλες, αυτό που έβλεπα στη συνέχεια ήταν έκρηξη, αλλά δεν έβλεπα πότε», ανέφερε ο μάρτυρας και πρόσθεσε πως «αν γινόταν έκρηξη πυρίτιδας στα εμπορευματοκιβώτια το ωστικό κύμα θα προκαλούσε τέτοιες καταστροφές που δεν μπορούσε να τις αντιληφθεί ή να τις υπολογίσει κάποιος». Εξήγησε ακόμη ότι από τη στιγμή που υπήρξε μερική έκρηξη σ’ ένα από τα εμπορευματοκιβώτια ελλόχευε κίνδυνος και για τα υπόλοιπα καθώς ίσχυε ο επιστημονικός όρος «έκρηξη εκ συμπάθειας» από το ένα εμπορευματοκιβώτιο, στα  υπόλοιπα. Το πρώτο που ζητήσαμε να γίνει άμεσα, συνέχισε, ήταν να κατέβει το φουσκωμένο εμπορευματοκιβώτιο από τη στοίβα για να γίνει αυτοψία γιατί υπήρχε ο κίνδυνος να προκληθούν και άλλες καταστάσεις που δεν μπορούσαμε να προβλέψουμε.

Ο μάρτυρας κατηγορίας αντεξετάστηκε στη συνέχεια από τον Ευστάθιο Ευσταθίου, συνήγορο υπεράσπισης των Κώστα Παπακώστα, Ανδρέα Νικολάου και Χαράλαμπου Χαραλάμπους. Απαντώντας σε σχετική ερώτηση, ο κ.  Χριστοδούλου είπε πως αν ήταν ανοιχτές οι πόρτες του εμπορευματοκιβωτίου δεν θα προκαλείτο έκρηξη και ότι η ποσότητα της εκρηκτικής ύλης έχει σημασία σε τέτοιες περιπτώσεις γιατί εάν η πυρίτιδα ανεφλέγετο υπήρχε η πιθανότητα να γίνει έκρηξη σε όλα τα εμπορευματοκιβώτια.

Ακολούθησε η αντεξέταση του μάρτυρα από τον Θανάση Κορφιώτη, συνήγορο υπεράσπισης του Διοικητή της ΕΜΑΚ Ανδρέα Λοϊζίδη. Απαντώντας σε σχετικές ερωτήσεις, είπε ότι ο ίδιος ανησύχησε σε μεγάλο βαθμό για τον κίνδυνο έκρηξης και ένοιωσε την ίδια ανησυχία στα πρόσωπα των παρευρισκομένων. Σε ερώτηση γιατί δεν εισηγήθηκε την εφαρμογή των προνοιών του περί των εκρηκτικών υλών νόμου, ο μάρτυρας απάντησε πως ο στρατός και η Αστυνομία έχουν τους δικούς τους κανονισμούς για τα εκρηκτικά που χρησιμοποιούν.

Επειδή θεωρούσες ότι δεν ήταν ευθύνη του τμήματος σου είπες ας τα αφήσουμε στη δικαιοδοσία του στρατού και ας πεθάνει κόσμος, ρώτησε ο συνήγορος υπεράσπισης με το μάρτυρα να απαντά πως «δεν σκέφτηκα καθόλου έτσι. Δεν νομίζω ότι κανένας λογικός άνθρωπος θα σκεφτόταν έτσι».

Ακολούθησε η μαρτυρία του 26ου μάρτυρα κατηγορίας, του πυροσβέστη Γερόλεμου Γερολέμου, ο οποίος υπηρετεί στην ΕΜΑΚ Κοφίνου και στην κατάθεσή που έδωσε στην Αστυνομία στις 17/7/2011 και ανέγνωσε στο δικαστήριο ανέφερε πως «στην Πυροσβεστική Σχολή δεν εκπαιδευτήκαμε για κατάσβεση πυρκαγιάς σε πυρίτιδα».

Πρόσθεσε ότι γύρω στις 04.27 της 11ης Ιουλίου 2011 ενώ εκτελούσε χρέη τηλεφωνητή, δέχθηκε τηλεφώνημα από αστυνομικό του Ζυγίου που τον ενημέρωσε ότι υπήρχε πυρκαγιά στα εμπορευματοκιβώτια στη ναυτική βάση στο Μαρί και ακούγονταν εκρήξεις. Αμέσως ήχησε τα κουδούνια συναγερμού που κτυπούν στα δωμάτια των πυροσβεστών και πρώτα ενημέρωσε τον Ανδρέα Παπαδόπουλο που βρισκόταν στην πόρτα, για την πυρκαγιά. Αμέσως έφυγαν δύο οχήματα της Πυροσβεστικής το «Ατλας 5» και το «Ατλας 8» με πλήρωμα τους Σπύρο Τταντή, Αδάμο Αδάμου, Βασίλη Κρόκο, Ανδρέα Παπαδόπουλο, Παναγιώτη Θεοφίλου και Γιώργο Γιακουμή για να πάνε στη ναυτική βάση.

Είχαμε απορία, συνέχισε, γιατί να μας πάρουν τηλέφωνο και να μας ενημερώσουν για την πυρκαγιά από τον Αστυνομικό Σταθμό Ζυγίου και όχι από τη ναυτική βάση και παρά το γεγονός ότι κάλεσε τηλεφωνικώς αρκετές φορές, δεν κατάφερε να μιλήσει με κανένα. Κάποιος συνάδελφος, πρόσθεσε ο μάρτυρας, πήρε τηλέφωνο τον Ανδρέα Παπαδόπουλο και του είπε ότι υπάρχει φωτιά στα εμπορευματοκιβώτια στη βάση και ότι άκουσε κάποιον να φωνάζει «πυρίτιδα, πυρίτιδα».

Στη συνέχεια επικοινώνησε με τον Ανδρέα Παπαδόπουλο για να τον ρωτήσει τι να γράψει στο μήνυμα που θα έστελλε στο αρχηγείο της Πυροσβεστικής στη Λευκωσία. Ο Παπαδόπουλος του είπε να γράψει «καίγονται εμπορευματοκιβώτια με πυρίτιδα στη ναυτική βάση στο Μαρί», έστειλε το φαξ στο αρχηγείο αλλά όταν αργότερα έψαξε για το συγκεκριμένο μήνυμα στο φάκελο δεν βρήκε ούτε το πρωτότυπο ούτε την απόδειξη που βγάζει το φαξ με την ώρα αποστολής, αλλά μόνο αντίγραφο.

Ακολούθως ο Γερολέμου ενημέρωσε το Βοηθό Διευθυντή της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας Πάμπο Χαραλάμπους και το Διοικητή της ΕΜΑΚ Ανδρέα Λοϊζίδη, ενώ λίγο αργότερα τηλεφώνησε ο κ. Λοϊζίδης και του ζήτησε να ενημερώσει τους Πυροσβεστικούς Σταθμούς Λεμεσού, Λάρνακας και Λευκωσίας για ενισχύσεις. Γύρω στις 05.30, σύμφωνα πάντα με την κατάθεση του Γερολέμου, αφίχθηκε στην ΕΜΑΚ Κοφίνου ο Διοικητής της και είπε στον εποχιακό πυροσβέστη «κάμε μας ένα καφέ τζαι φύαμε», σε διάστημα ενός λεπτού ήπιαν τον καφέ και έφυγε για τη ναυτική βάση με τον υπαστυνόμο Τάκη Καράκωστα.

Αμέσως μετά, συνέχισε, άκουσε μια μεγάλη έκρηξη, βγήκε έξω από το κτίριο της ΕΜΑΚ και είδε ένα μανιτάρι χρώματος άσπρου και κίτρινου από την πλευρά της ναυτικής βάση. Αμέσως πήρε τηλέφωνο στα κινητά όλων των συναδέλφων του που μετέβησαν στη βάση αλλά δεν απαντούσαν ενώ δεν έπαιρνε απάντηση ούτε και από τον ασύρματο των οχημάτων που τους καλούσε.

«Οι στιγμές που έζησα με την έκρηξη ήταν αρκετά δύσκολες και δεν θα τις ξεχάσω ποτέ μου. Ήταν δύσκολες ώρες, οι συγγενείς των συναδέλφων τηλεφωνούσαν και με ρωτούσαν τι έγινε και εγώ δεν ήξερα τι να τους πω, αφού δεν είχα εικόνα» είπε. Ανέφερε επίσης πως «ουδέποτε ενημερώθηκα είτε επίσημα είτε ανεπίσημα, ούτε άκουσα οτιδήποτε για τα εμπορευματοκιβώτια στη ναυτική βάση, ούτε άκουσα κανένα από τους συναδέλφους με τους οποίους μίλησα, να ενημερώθηκε».

Σε ερωτήσεις της Κατηγορούσας Αρχής, ο μάρτυρας είπε πως νόμιζε ότι τα εμπορευματοκιβώτια ήταν 1-2, πως όταν σχόλασε από τη δουλειά του έμαθε ότι αυτά ήταν 98 και ότι στο τηλεφωνείο της ΕΜΑΚ δεν γνώριζαν ούτε είχαν εικόνα για το επεισόδιο στη ναυτική βάση.

Ακολούθησε η αντεξέταση του μάρτυρα από τον Θανάση Κορφιώτη, συνήγορο υπεράσπισης του Διοικητή της ΕΜΑΚ Ανδρέα Λοϊζίδη. Σε ερώτηση της υπεράσπισης, ο κ. Γερολέμου είπε ότι «ο Λοϊζίδης πήρε τα προσωπικά του αντικείμενα από το γραφείο του, κατέβηκε τη σκάλα, ήπιε τον καφέ του και έφυγε μαζί με τον Υπαστυνόμο Καράκωστα».

Στη συνέχεια, κατέθεσε ως μάρτυρας κατηγορίας 27 ο Ανώτερος Αστυνόμος, Αναπληρωτής Διευθυντής της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας Μάρκος Τράγκολας ο οποίος ανέγνωσε στο δικαστήριο την κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία στις 1/8/2011. Ανέφερε πως στις 6/7/2011 μπαίνοντας στο γραφείο του Διευθυντή της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας Ανδρέα Νικολάου τον άκουσε να λέει στον Αναπληρωτή Διευθυντή Πάμπο Χαραλάμπους να πάει στη σύσκεψη στο Μαρί και πως την επόμενη ημέρα άκουσε τον Χαραλάμπους να λέει στον Νικολάου πως ο ίδιος εισηγήθηκε να τοποθετηθούν κατιονιστήρες για κατάβρεξη, χωρίς όμως να γνωρίζει για πιο θέμα συζητούσαν.

Πρόσθεσε πως το πρωινό της 11/7/2011 και ενώ βρισκόταν με άδεια ασθενείας άκουσε ένα βουητό, αμέσως πήρε τηλέφωνο στην ΕΜΑΚ και του είπαν ότι έγινε έκρηξη στο Μαρί και ότι ζητούσαν ασθενοφόρα. Προσπάθησε να επικοινωνήσει με τον Αναπληρωτή Διευθυντή της Πυροσβεστικής Πάμπο Χαραλάμπους αλλά δεν τα κατάφερε και αμέσως ντύθηκε με τη στολή του και με το ιδιωτικό του αυτοκίνητο μετέβη στην ΕΜΑΚ και ακολούθως με υπηρεσιακό όχημα στη σκηνή της έκρηξης όπου και αντίκρισε τα δύο πυροσβεστικά οχήματα καμένα και πολλές μικρές πυρκαγιές.

Πρόσθεσε ότι επιθεώρησε την περιοχή μέχρι τον ηλεκτροπαραγωγό σταθμό Βασιλικού και επέστρεψε στη ναυτική βάση όπου στην είσοδο της βρήκε τον Χαραλάμπους να κρατά μια κόλλα με τα ονόματα των πυροσβεστών και να λέει  «ήντα κακό επάθαμε, αγνοούνται πυροσβέστες».

Απαντώντας σε ερωτήσεις της Κατηγορούσας Αρχής ο κ. Τράγκολας είπε πως ο Χαραλάμπους δεν είπε οτιδήποτε για το εκραγέν φορτίο με τα εμπορευματοκιβώτια, ούτε γνώριζε τα ονόματα των πυροσβεστών και πόσοι αγνοούνταν. Ανέφερε ακόμα ότι ο Χαραλάμπους του είπε πως θα πήγαινε στα γραφεία της ΕΜΑΚ στην Κοφίνου για να πάρει την αλληλογραφία σε σχέση με τα εμπορευματοκιβώτια. Ο κ. Τράγκολας σημείωσε επίσης πως ούτε ο Διευθυντής της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας Ανδρέας Νικολάου του ανέφερε οτιδήποτε σε σχέση με τα εμπορευματοκιβώτια όταν συναντήθηκε μαζί του στη πύλη της ναυτικής βάσης.  

Ο κ. Τράγκολας ρωτήθηκε για τις ενέργειες στις οποίες πρέπει να προβεί ο Διοικητής της ΕΜΑΚ όταν πληροφορηθεί για οποιοδήποτε επικίνδυνο επεισόδιο προκειμένου να ενημερωθούν όλοι οι πυροσβέστες. Θα πρέπει, απάντησε ο Μάρκος Τράγκολας, να ενημερώσει το προσωπικό, να κάνει καταχώρηση στο ημερολόγιο του σταθμού, καταχώρηση στο ημερολόγιο του γραφείου λοχιών, καταχώρηση στο ημερολόγιο του γραφείου αξιωματικών προκειμένου να ενημερωθεί όλο το προσωπικό, δηλαδή και οι τέσσερις βάρδιες ενώ θα πρέπει να ενημερώσει και τον Διευθυντή της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας.

Σε ερώτηση εάν υπάρχει τρόπος να ενημερωθεί και ο τελευταίος πυροσβέστης, ο κ. Τράγκολας απάντησε πως ο Διοικητής θα πρέπει να εφαρμόζει την οποιαδήποτε διαταγή εκδίδει, είτε γραπτώς είτε προφορικώς και να ρωτά τον κάθε πυροσβέστη εάν έχει ενημερωθεί. Είπε ακόμα ότι τα σχέδια δράσης γίνονται μόνο από τους αξιωματικούς της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας, τους Επαρχιακούς Υπεύθυνους και τον Διοικητή της ΕΜΑΚ αυτεπάγγελτα ή με οδηγίες της Διεύθυνσης. Το σχέδιο δράσης ετοιμάζεται ανάλογα με τη σοβαρότητα και το βαθμό επικινδυνότητας που εγκυμονεί, είπε.

Ερωτηθείς για την ευθύνη του Διοικητή της ΕΜΑΚ σε περίπτωση σοβαρού επεισοδίου, ο κ. Τράγκολας είπε ότι ο Διοικητής οφείλει να ανταποκριθεί και στη συνέχεια προσπαθεί να ενημερωθεί από το τηλεφωνείο και από τον υπεύθυνο επεισοδίου. Ακολούθως, πρόσθεσε, οφείλει να δώσει οδηγίες στον υπεύθυνο επεισοδίου ώστε να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά το επεισόδιο.

Η ακροαματική διαδικασία θα συνεχιστεί αύριο στις 09.00 το πρωί με την αντεξέταση του μάρτυρα κατηγορίας Μάρκου Τράγκολα.