«Η κυβέρνηση και η επιδημιολογική ομάδα έχουν αποτύχει παταγωδώς στην αντιμετώπιση του δεύτερου κύματος της πανδημίας γιατί δεν τόλμησαν να πάρουν τα σωστά μέτρα τη σωστή στιγμή και όλα κρίνονται από το αποτέλεσμα και όχι από τις προθέσεις», επισήμανε ο Πρόεδρος της ΕΔΕΚ.
Μιλώντας στην εκπομπή «Μέρα Μεσημέρι», μετά την ανακοίνωση των νέων μέτρων από την κυβέρνηση ο Πρόεδρος της ΕΔΕΚ, Μαρίνος Σιζόπουλος είπε ότι έχει ήδη η οικονομία δρομολογηθεί σε μια καθοδική πορεία με σοβαρές συνέπειες και επιπτώσεις που θα φανούν σύντομα σε όλες τους τις διαστάσεις.
Την ίδια ώρα, είπε ότι αν η εισακούονταν η πρόταση που έκανε στις αρχές του Νοέμβρη για να εφαρμοστεί ένα γενικευμένο lockdown για τρεις εβδομάδες τα πράγματα τώρα θα ήταν πολύ καλύτερα.
«Προβλέποντας τις εξελίξεις στην πανδημία τολμήσαμε να πάρουμε το μεγάλο ρίσκο και να κάνουμε μια ολοκληρωμένη πρόταση για να αποφύγουμε αυτές τις συνέπειες που βλέπουμε σήμερα, δηλαδή τον αυξημένο αριθμό θανάτων και νοσηλειών που απειλούν το Σύστημα Υγείας», υπογράμμισε ο Πρόεδρος της ΕΔΕΚ.
Ερωτηθείς αν πιστεύει ότι θα επιβληθεί ένα γενικευμένο lockdown αν δεν έχουν αποτέλεσμα τα μέτρα που ανακοινωθήκαν, σημείωσε ότι δεν μπορεί να αντιληφθεί τον τρόπο που λειτουργεί η επιδημιολογική ομάδα, το Υπουργείο Υγείας αλλά και η κυβέρνηση.
Συγκεκριμένα, σημείωσε ότι η ΕΔΕΚ στις 17 Μαρτίου είχε κάνει πρόταση για χορήγηση μιας θεραπευτική αγωγής που θα μείωνε τα συμπτώματα των ασθενών όταν θα προσβάλλονταν από τον κορωνοϊό αλλά και τον κίνδυνο νοσηλείας σε αναπνευστήρες και τότε στην αρχή, αρκετά μέλη της Επιδημιολογική ομάδας επιχείρησαν να χλευάσουν αυτή την εισήγηση.
Ακολούθως, όπως τόνισε ο κ. Σιζόπουλος, όταν είδαν οι επιδημιολόγοι πως χρησιμοποιούσαν και σε άλλες χώρες αυτή τη θεραπευτική αγωγή, την έφεραν στις 30 Μαρτίου και στην Κύπρο.
«Τολμήσαμε από την πρώτη στιγμή να προτείνουμε συγκεκριμένα μέτρα» τόνισε και υπενθύμισε ότι «και τον Μάρτιο αλλά και τώρα οι προτάσεις τους δεν περιλάμβαναν μέτρα που αφορούσαν μόνο τις κοινωνικές και οικονομικές επιπτώσεις αλλά συγκεκριμένες εισηγήσεις και για το πως θα αντιμετωπίζονταν η πανδημία και σε ιατρικό επίπεδο».
Εν τέλει, τόνισε ότι τίθεται ένα σοβαρό ζήτημα γιατί όλη αυτή η κατάσταση όπως εξελίσσεται «υποβοηθά» κάποιους να γίνονται πιο πλούσιοι και συγκεκριμένα αναφέρθηκε στις εταιρείες που εισάγουν τα διαγνωστικά τεστ μιας και υπολογίζει ότι η κερδοσκοπία τους ανέρχεται στις 150 χιλιάδες ευρώ την ημέρα από τα PCR tests.