Στο πλαίσιο αυτό ο Τούρκος πρόεδρος Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, αναμένεται να σπεύσει να εκμεταλλευτεί την περίοδο που μεσολαβεί μέχρι την ανάληψη καθηκόντων από τη νέα αμερικανική κυβέρνηση στις 20 Ιανουάριου, αλλά και το κενό διοίκησης που θα προκύψει όλο αυτό το διάστημα, εξαιτίας της άρνησης Τραμπ να αποδεχθεί το εκλογικό αποτέλεσμα.
Η διαφαινόμενη όξυνσης τη πόλωση που θα προκύψει στο εσωτερικό των ΗΠΑ, θα θέσει την άσκηση εξωτερικής πολιτικής της χώρας σε δεύτερο ή ακόμη και τρίτο πλάνο.
Το πιθανότερο σενάριο η Τουρκία λειτουργώντας ως συνήθως τυχοδιωκτικά, θα προχωρήσει σε περαιτέρω κλιμάκωση της προκλητικότητα της, επιχειρώντας τη δημιουργία νέων τετελεσμένων, με στόχο όταν οι ΗΠΑ «επιστρέψουν» στην περιοχή και καλέσουν τα μέρη σε διάλογο, να καθίσει στο τραπέζι από θέση ισχύος και έχοντας ως αφετηρία διαπραγμάτευσης παράλογες διεκδικήσεις.
Αν και πλέον θα πρέπει να θεωρείται σίγουρη με τη νέα αμερικανική κυβέρνηση, θα υπάρξει σε μεγαλύτερο βαθμό ενεργοποίηση της Ουάσιγκτον σε υποθέσεις της περιοχής, όπως η Συρία και η Λιβύη, άγνωστος Χ είναι ο ρόλος που θα κληθεί η Άγκυρα να διαδραματίσει σε αυτές τις εξελίξεις. Θεωρητικά τουλάχιστον τους πρώτους μήνες ανάληψης καθηκόντων της κυβέρνησης Μπάιντεν, μια σχέση καχυποψίας θα διακατέχει τις δυο πλευρές.
Οι δηλώσεις στο παρελθόν του νεοκλεγέντα Αμερικανού προέδρου Μπάιντεν, για την ανάγκη απαλλαγής της Τουρκίας από το Ερντογάν {αν και στην συνέχεια έσπευσε να τις ανασκευάσει}, δημιουργούν την καχυποψία στο Σουλτάνο, ο οποίος ταυτόχρονα νιώθει και άβολα αφού χάνει και ένα «θαυμαστή» που είχε στο πρόσωπο του Τραμπ.
Περισσότερο ενδιαφέρον είναι όμως ποιος/α θα αναλάβει επικεφαλής τους State Department και πως θα επιχειρήσει να επαναφέρει τις ΗΠΑ στην περιοχή και το αν θα συνεχίσει την πολιτική Πομπέο {δημιουργία ενός σχήματος Ελλάδας, Κύπρου, Ισραήλ, τις ΗΠΑ σε ρόλο παρατηρητή και την προσθήκη και άλλων χωρών όπως πχ τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα}.
Υπό το φως αυτών των δεδομένων, προβλέπεται ένας θερμότατος χειμώνας, με συνέχιση αν όχι και κλιμάκωση των έκνομων ενεργειών της Τουρκίας, τόσο στις θάλασσες όσο και στο έδαφος.
Χαρακτηριστικό του τελευταίου οι δηλώσεις Ερντογάν για την πραγματοποίηση πικνίκ την ερχόμενη Κυριακή στα Βαρώσια.
Ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν θα θελήσει να στείλει το μήνυμα στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, ότι παραμένει άτεγκτος, θα συνεχίσει την πολιτική του ως το αντίπαλο δέος της ΕΕ, και επιδιώκοντας να θεωρείται ο μέγας ηγεμόνας στην περιοχή και προστάτης του μουσουλμανικού κόσμου, αν και σε αρκετές περιπτώσεις θυμίζει αυτή η πορεία του μοναχικό καβαλάρη. Επίσης ο Τούρκος πρόεδρος εξαιτίας και της δεινής οικονομικής κατάστασης στην οποία έχει περιέλθει η χώρα του, καθόλου δεν αποκλείεται να εκμαιεύσει τη δημιουργία κάποιου επεισοδίου, με σκοπό να συσπειρώσει στο εσωτερικό και να στείλει μηνύματα αποφασιστικότητας στο εξωτερικό και κυρίως προς της ΗΠΑ.
Λευκωσία και Αθήνα καλούνται να διαχειριστούν μια εύθραυστη κατάσταση. Καλούνται να αποφύγουν σκοπέλους που θα προκύψουν από την αποχαλίνωση της συμπεριφοράς της Τουρκίας και παράλληλα να εκμεταλλευτούν συγκυρίες όπως οι σχέσεις οργής του Ερντογάν με ευρωπαίους ηγέτες, και κυρίως τον Εμανουέλ Μακρόν.
Ως το πλέον αποτελεσματικό όπλο, εκτός φυσικά από την επίδειξη αποφασιστικότητας για προάσπιση των εθνικών συμφερόντων μέσω της ενίσχυσης του τομέα της άμυνας και της οικοδόμησης συμμαχιών στον τομέα της ασφάλειας, είναι αυτό των ισχυρών οικονομικών κυρώσεων κατά της Τουρκίας. Κυρώσεις οι οποίες πιθανόν να είναι ακόμη και μοιραίες για το πολιτικό μέλλον του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν και της αυλής του, αναλογιζόμενοι και τη δαμόκλειο σπάθη της χρεωκοπίας που επικρέμαται επί της κεφαλής του.