Σε δηλώσεις του μετά τη συνάντηση με το μέλος του Γερμανικού Κοινοβουλίου Sevim Dagdelen, την ευχαρίστησε αρχικά για την παρουσία της στην Κύπρο ώστε να παρευρεθεί, μετά από πρόσκληση του ΑΚΕΛ, στη συζήτηση για το θέμα των Βαρωσίων.
Χαρακτήρισε πολύ σημαντική την παρουσία της Γερμανίδας βουλευτού του κόμματος της αριστεράς και την ευχαρίστησε για τη διαχρονική της στήριξη της και την προώθηση σημαντικών ψηφισμάτων στην γερμανική Βουλή που υποστηρίζουν την χώρα μας σε σχέση με την τουρκική εισβολή, παρά την τουρκική καταγωγή της.
«Η εδώ παρουσία της είναι μια στήριξη από το κόμμα της -και είμαι βέβαιος στη συνέχεια και από τη γερμανική Βουλή- για την παράνομη ενέργεια της Τουρκίας να επεκτείνει το άνοιγμα της παραλίας στα Βαρώσια», είπε ο κ. Κυπριανού τονίζοντας την ανάγκη έντονης καταδίκης της τουρκικής προκλητικότητας από τη διεθνή κοινότητα, ώστε να εξασφαλιστεί ότι αποσύρεται η συγκεκριμένη πράξη και παράλληλα δημιουργούνται οι προϋποθέσεις για την επανέναρξη ουσιαστικών διαπραγματεύσεων.
Ο κ. Κυπριανού εξέφρασε την πεποίθηση ότι ο μόνος τρόπος αναχαίτισης της τουρκικής επιθετικότητας είναι να ξεκινήσουν ουσιαστικές διαπραγματεύσεις στο Κυπριακό και η επιδίωξη λύσης στη βάση του συμφωνημένου πλαισίου που καθορίζεται από τα σχετικά ψηφίσματα των ΗΕ, το διεθνές δίκαιο, τις αρχές πάνω στις οποίες εδράζεται η ΕΕ.
«Η έκκληση που απευθύνουμε στη διεθνή κοινότητα είναι να παρέμβουν για να τερματιστούν οι προκλητικές και παράνομες ενέργειες από πλευράς Τουρκίας και να παρέμβουν για να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις επανέναρξης ουσιαστικού διαλόγου μετά την εκλογική διαδικασία στην τ/κ κοινότητα», είπε, και ευχήθηκε παράλληλα να αναδειχθεί στην ηγεσία των Τ/κ ο ηγέτης που πραγματικά θέλει λύση ΔΔΟ.
Από την πλευρά της η κ. Dagdelen, μιλώντας μέσω διερμηνέα, αφού ευχαρίστησε για την πρόσκληση να βρίσκεται στην Κύπρο σε μια κρίσιμη στιγμή που έχουμε την παραβίαση στην περιοχή των Βαρωσίων, σημείωσε πως η ίδια εδώ και πολλά χρόνια αισθάνεται φίλη με τη χώρα μας ενώ στέκεται αλληλέγγυα στον αγώνα του λαού, Ε/κ και Τ/κ. «Επιθυμώ μια Κύπρο χωρίς ξένη ανάμειξη», τόνισε.
Η Γερμανίδα βουλευτής είπε πως έχει πραγματοποιήσει στην Κύπρο μέχρι σήμερα από την ημέρα που ήρθε σειρά επαφών και συζητήσεων με αξιωματούχους της χώρας και μέλη των ΗΕ. Κοινός παρονομαστής σε όλες αυτές τις συναντήσεις, όπως είπε, ήταν η απογοήτευση για τη στάση της ΕΕ και συγκεκριμένα της γερμανικής Κυβέρνησης ως προς τη στήριξη της Κύπρου στην επιθετική συμπεριφορά της Τουρκίας.
Η κ. Dagdelen είπε πως δεν είναι κάτι καινούριο η επιθετικότητα της Τουρκίας του Ερντογάν διεθνώς, και τόνισε πως σε αυτή δεν μπορεί να υπάρξει παρά μόνο μια απάντηση από την ΕΕ, και η οποία δεν είναι άλλη από την απόλυτη αλληλεγγύη προς την Κύπρο.
Χαιρέτισε τη δήλωση αλληλεγγύης προς την Κύπρο και την Ελλάδα του Γερμανού Υπουργού Εξωτερικών, ο οποίος βρισκόταν στην Κύπρο πριν από λίγες ημέρες. Ωστόσο, συνέχισε, όποιος αναφέρεται σε αλληλεγγύη δεν μπορεί να μιλά χωρίς να εννοεί και κάποιες επιπτώσεις αυτής της αλληλεγγύης σταματώντας τις εξαγωγές οπλικών συστημάτων προς την Τουρκία και διακόπτοντας την παροχή δις ευρώ ως οικονομική βοήθεια.
Είπε πως είναι απαράδεκτο το γεγονός ότι η Γερμανία προμηθεύει την Τουρκία με όπλα, τα οποία μπορεί να χρησιμοποιήσει εναντίον δύο μελών της ΕΕ, την Κύπρο και την Ελλάδα. Δεν είναι δυνατόν, όπως είπε, να στηρίζεται ο στόλος της Τουρκίας από τη Γερμανία. Το άνοιγμα του παραλιακού μετώπου στα Βαρώσια και η παραβίαση του διεθνούς δικαίου, ανέφερε, δεν είναι κάτι άλλο από την έκφραση της απόλυτης αποτυχίας της γερμανικής πολιτικής, ως τη χώρα που βρίσκεται στην Προεδρία της ΕΕ.
Η Sevim Dagdelen είπε πως λόγω του γεγονότος πως δεν υπήρχε αποτελεσματική αντίδραση απέναντι στην Τουρκία από πλευράς Τουρκίας και ΕΕ όλα αυτά τα χρόνια, ο Ερντογάν θεώρησε αυτή την έλλειψη αντίδρασης ως ενθάρρυνση για τον τρόπο που χειρίζεται τα πράγματα, και πλέον η πολιτική του δεν είναι πρόβλημα μόνο για την Κύπρο αλλά και για ολόκληρη την ΕΕ. Γι αυτό το λόγο θα πρέπει να υπάρξει σαφέστατη απάντηση στην τουρκική στάση της επιθετικότητας, της προκλητικότητας και της παραβίασης του διεθνούς δικαίου από πλευράς ΕΕ, κατέληξε.