Ο κ. Αιμιλιανίδης ανέφερε σε πρώτο στάδιο ότι, η συγκεκριμένη απόφαση δεν είναι σύμφωνη με την Αρχή της Ισότητας και εξήγησε ότι θα ήταν πολύ πιο λογικό να δινόταν κάποια ενδεχόμενη χορηγία σε πρόσωπα που έχουν συγκεκριμένα οικονομικά κριτήρια και θα επηρεάζονταν από την αύξηση των διδάκτρων στην Βρετανία στον συγκεκριμένο χρόνο.
«Το να ληφθεί μια απόφαση αναστολής με τον τρόπο που λήφθηκε δεν στέλνει τα σωστά μηνύματα αυτή τη στιγμή προς το κοινωνικό σύνολο», υπογράμμισε.
Έπειτα, πρόσθεσε ότι ακόμα και αν υπάρχουν γενικότερα ορισμένες κατηγορίες προσώπων που εξαιρούνται της στρατιωτικής τους θητείας είτε με απαλλαγή είτε με αναστολή, αυτές προβλέπονται σε νομοθεσία με συγκεκριμένο και διαχρονικό τρόπο καθώς και για συγκεκριμένους σκοπούς.
Ωστόσο, στην προκειμένη περίπτωση έχουμε μια απόφαση που λήφθηκε ad hoc και για συγκεκριμένη κατηγορία, ρητά προσδιορισμένων ανθρώπων, κατά την οποία απουσιάζει η διαχρονική διάσταση με μια αιτιολογία, την οποία ο κ. Αιμιλιανίδης χαρακτήρισε ως μη πειστική και την απόφαση ως προκλητική.
Στη συνέχεια, υπενθύμισε ότι και στο παρελθόν υπήρξαν αυξήσεις στα δίδακτρα των βρετανικών πανεπιστήμιων καθώς και άλλων χωρών αλλά δεν είχε παρθεί ποτέ μια τέτοια απόφαση.
Μάλιστα, έκανε λόγο για πολύ πιο σοβαρές περιπτώσεις ατόμων, που αντιμετωπίζουν είτε οικογενειακά, είτε οικονομικά προβλήματα, στους οποίους δεν επιτράπηκε η αναστολή θητείας, αν και υπάρχει μια γενική διάταξη.
Κληθείς να σχολιάσει το κατά πόσο μπορεί κάποιος άλλος στρατιώτης, που δεν ανήκει στην συγκεκριμένη κατηγορία προσώπων που μπορούν να επωφεληθούν της αναστολής, να προσφύγει νομικά, ο κ. Αιμιλιανίδης εξήγησε ότι λόγω συγκεκριμένης γραμμής που εφαρμόζει το Ανώτατο Δικαστήριο, δεν είναι βέβαιος για το αποτέλεσμα αλλά ενδεχομένως να υπάρξει καταδίκη στο ΕΔΑΔ.
Τέλος, ο δικηγόρος υποστήριξε ότι η εν λόγω απόφαση πρέπει να επανεξεταστεί καθώς προκύπτουν πολλά νομικά ζητήματα από αυτήν.