Εξήγησε στη συνέχεια ότι ακόμα και αν το ποσοστό εγχώριας μετάδοσης είναι πολύ χαμηλό σε σχέση με το πρόσφατο παρελθόν, δεν αναιρεί το γεγονός ότι αυτή τη στιγμή έχουμε δύο περιπτώσεις αλυσίδας, κάτι το οποίο, σύμφωνα με τον Καθηγητή έχει καιρό να δούμε στην Κύπρο.
«Ελπίζω από τις περεταίρω ιχνηλατήσεις να μην φανεί ότι έχουμε μεταδώσει από επαφή προς επαφή. Αν σταματήσει η αλυσίδα ως εκεί καλώς έχουν τα πράγμα», υπογράμμισε επί τούτου ο δρ Καραγιάννης.
Στη συνέχεια, πρόσθεσε ότι τις τελευταίες μέρες βλέπουμε ότι αρκετά από τα κρούσματα αφορούν ασυμπτωματικά άτομα, κάτι το οποίο υπό μία έννοια είναι πολύ καλό.
«Από την άλλη πλευρά όμως τέτοιες περιπτώσεις μπορούν να ενεργήσουν ως πηγές μόλυνσης άλλων ατόμων», υπογράμμισε ο Καθηγητής. Ως εκ τούτου ελλοχεύει ο κίνδυνος δημιουργίας μίας αλυσίδας μετάδοσης του ιού «προτού καλά, καλά το καταλάβουμε και έτσι να βρεθούμε ξαφνικά προ εκπλήξεως», όπως ανέφερε χαρακτηριστικά.
«Το ότι ο ιός μεταδίδεται από άτομα που αναπτύσσουν συμπτώματα στην προ-συμπτωματική περίοδο, το ξέρουμε εδώ και καιρό και εξακολουθούν να είναι μολυσματικοί για τουλάχιστον ένα δεκαήμερο. Για τους ασυμπτωματικούς δεν είναι τόσο καθαρά τα πράγματα αλλά δεν παύουν από το να μπορούν να μεταδώσουν σε πολύ στενές επαφές», δήλωσε ο Καθηγητής.
Ο ιός αφήνει κάποια κατάλοιπα σε ορισμένα άτομα
«Το ότι σε κάποια άτομα αφήνει κατάλοιπα ο ιός είναι γνωστό», ανέφερε ο δρ Καραγιάννης στη συνέχεια υπογραμμίζοντας ότι δεν πρόκειται για μεγάλο αριθμό ασθενών.
Εξήγησε ότι ορισμένοι εξακολουθούν να έχουν δύσπνοια, τέσσερις ή και περισσότερες εβδομάδες μετά το αρνητικό αποτέλεσμα του τεστ.
«Αυτό οφείλεται σε ίνωση που παρατηρείται στους πνεύμονες. Κατά πόσο αυτή η ίνωση είναι ανατρέψιμη δεν γνωρίζουμε ακόμα. Με την πάροδο του χρόνου θα δείξει αν αυτό είναι κατάλοιπο που θα μείνει επί μακρόν», ανέφερε καταληκτικά ο Καθηγητής.