



Πρόκειται για μικρό τουρκοκυπριακό χωριό το οποίο ήταν ιδιαίτερα γνωστό για το «Παναίριν της Σουσκιούς», φράση η οποία χρησιμοποιείται μεταφορικά σήμερα για κάποιον ο οποίος φαίνεται ή φέρεται αστείος ή κάνει ανόητες πράξεις.
Μέχρι το 1963 ήταν μεικτό χωριό καθώς κατοικούσαν Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι, γεγονός που διαφαίνεται από την εκκλησία και το τζαμί που διαθέται η Σουσκιού.




Στη συνέχεια από τις αρχές του 1960 και για τα επόμενα χρόνια οι κάτοικοι το έγκατέλειψαν λόγω της πολιτικής κατάστασης που επικρατούσες και των δικοινοτικών ταραχών, γεγονός που αποτέλεσε την αρχή της εγκατάλειψης του χωριού.
Σύμφωνα με πληροφορίες το χωριό μετατράπηκε σε κέντρο εκπαίδευσης της τρομοκρατικής οργάνωσης TMΤ.
Το χωριό, καλά κρυμμένο μέσα στην κοιλάδα του ποταμού, μακριά από τα όποια βλέμματα των αρχών του κράτους, οι διασπαστές εκπαιδεύονταν στα όπλα, που στην συνέχεια τα έτρεψαν ενάντια στις νόμιμες αρχές του νησιού.Στα χώματα την εύφορης κοιλάδας που για πολλούς αιώνες παρήγαγε προϊόντα και τάιζε τους ανθρώπους που την κατοικούσαν, φυτεύτηκε ο σπόρος της διχόνιας.
Παρόλα αυτά, αν και το 1973 είχε 450 κατοίκους, με την εισβολή του 1974 οι κάτοικοι του μεταφέρφθηκαν στις κατεχόμενες περιοχές.
Πρόσφατα στην περιοχή βρέθηκαν ευρήματα που χρονολογούνται από το 3000 π.Χ.και η αρχιτεκτονική των σπιτιών, διαφέρει ανάλογα με την εποχή που το σχετικό σπίτι είχε αναγερθεί. Τα πιο παλιά, που αποτελούν και τον πυρήνα του οικισμού, είναι κτισμένα με τεράστιες ακανόνιστες πέτρες, επιχρισμένες με άργιλο.

