Τιτάνιες προσπάθειες που καταβάλλονται ανά το παγκόσμιο προκειμένου να εξευρεθεί το εμβόλιο κατά της νόσου του κορωνοϊού. Την ώρα που η ανθρωπότητα δίνει μάχη κατά αυτού του «αόρατου εχθρού», ιατρικά κέντρα και επιστημονικές ομάδες σε διάφορα μέρη του πλανήτη, καταβάλλουν μεγάλες προσπάθειες προκειμένου να εξευρεθεί το φάρμακο που θα μας προστατεύει από τον ιό.
Σε παρέμβαση του στην εκπομπή του ΑΝΤ1 «Μέρα Μεσημέρι», ο Επεμβατικός Καρδιολόγος Γιώργος Γεωργίου, αναφέρει πως «η πραγματικότητα είναι ότι δεν υπάρχουν ακόμα ικανά φάρμακα για να δώσουν λύσεις στα προβλήματα της νόσου του κορωνοϊού».
«Παρόλα αυτά», σημείωσε ο κ. Γεωργίου, «είναι πρωτοφανής και αξιοπρόσεκτη η τεράστια προσπάθεια που καταβάλλεται από πάρα πολλά ιατρικά κέντρα και επιστημονικές ομάδες στο εξωτερικό για την ανεύρεση φαρμάκων για τις διάφορες φάσεις της νόσου αλλά και με την παρασκευή εμβολίου».
«Αυτά χρειάζονται να περάσουν από διάφορες φάσεις: Από τη φάση της μελέτης, της ασφάλειας του εμβολίου και ακολούθως της αποτελεσματικότητας. Θα περάσουν αρκετοί μήνες ακόμα χωρίς να έχουμε στη διάθεση μας το εμβόλιο», εξήγησε.
«Εντούτοις», συμπληρώνει, «δεν μπορούμε να πούμε ότι είμαστε σε θέση να έχουμε στη διάθεση μας φάρμακα, τα οποία είναι αποτελεσματικά και να δώσουν λύσεις στα προβλήματα που προκαλεί η νόσος COVID-19».
Στη συνέχεια ο κ. Γεωργίου εξηγεί ότι στη βιβλιογραφία υπάρχουν πολλές αναφορές για φάρμακα ενώ δοκιμάζονται και πολλά από αυτά την ώρα που το ενδιαφέρον της επιστημονικής κοινότητας έχει στραφεί προς το Remdesivir, το οποίο είναι ένα αντιϊκό φάρμακο και δεν υπάρχει ακόμα στην Κύπρο.
Σύμφωνα με τα λεγόμενα του κ. Γεωργίου, μετά από αρκετές μελέτες και έρευνες διαφάνηκε ότι το εν λόγω φάρμακο έχει ευεργετικά αποτελέσματα όσον αφορά την μείωση της διάρκειας της νοσηλείας των ασθενών που πάσχουν σοβαρά από τον κορωνοϊό και βρίσκονται στις Μονάδες Εντατικής Θεραπείας.
Πρόσθεσε δε, ακόμα και σε αυτή την περίπτωση δεν παρατηρήθηκε μείωση της θνησιμότητας παρά μόνο μείωση της διάρκειας νοσηλείας της τάξης το 30% (από 15 μέρες σε 11) που είναι μεν κάτι σημαντικό γιατί οι ασθενείς παραμένουν λιγότερο στην εντατική και έτσι αντιμετωπίζουν σε λιγότερο βαθμό τις γνωστές επιπλοκές που έχουν αυτά τα άτομα αλλά δεν αλλάζει το γεγονός ότι είναι μία μελέτη που δεν δείχνει μείωση στην θνησιμότητα.
«Πρέπει να είμαστε πολύ προσεκτικοί όσον αφορά την χρήση της χλωροκινής ενώ εξήγησε ότι συνήθως χρησιμοποιείται σε ασθενείς που βρίσκονται στην πρώιμη φάση της νόσο», υπογράμμισε.
«Φαίνεται ότι υπάρχουν προβλήματα στην ομάδα των καρδιοπαθών. Υπάρχουν αντενδείξεις ότι δεν πρέπει να χορηγούνται σε αυτά τα άτομα, εξού και η ίδια η εταιρία που το προμηθεύει και το εκπροσωπεί στην Κύπρο μας υπενθυμίζει ότι δεν υπάρχουν σαφής ενδείξεις.. πρέπει να χορηγείται με προσοχή και σύνεση», σημείωσε.
Έπειτα, ο κ. Γεωργίου αναγνώρισε ότι ως γιατροί ενδεχομένως να έχουν ένα μερίδιο ευθύνης όσον αφορά το συγκεκριμένο ζήτημα μιας και «δημιουργήσαμε ένα αρχικό ενθουσιασμό και είδαμε αυτά τα ακραία παραδείγματα και φαινόμενα να τρέχουν ασθενείς στα φαρμακεία και να στερούν από αυτούς που πραγματικά τα χρειάζονται».
Συνεπώς, εξήγησε ότι δεν έχουμε στην διάθεση μας φάρμακα όπως δυστυχώς δεν έχουμε και εμβόλιο για να αντιμετωπίσουμε τη νόσο και αυτό θα πρέπει να λειτουργήσει με τέτοιον τρόπο ώστε να μην χαλαρώσουμε στην λήψη των αναγκαίων μέτρων που είναι αφενός τα ατομικά μέτρα και αφετέρου τα κοινωνικά μέτρα αποστασιοποίησης.
«Μπορεί να μας στεναχωρεί ότι είμαστε στο 2020 και δεν διαθέτουμε στο οπλοστάσιο μας φάρμακα, τα οποία να μπορούν να αντιμετωπίσουν άμεσα και ριζικά το πρόβλημα της νόσου, εντούτοις αυτή είναι η πραγματικότητα και δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι με το να χαλαρώνουμε και να μην παίρνουμε τα σωστά μέτρα ο κίνδυνος είναι πολύ μεγαλύτερος», επισήμανε.
Σημειώνεται ότι σύμφωνα με τα όσα ανάφερε ο κ. Γεωργίου, πολλές επιστημονικές ομάδες βρίσκονται σε συνεργασία με διάφορα φαρμακεία ώστε να μην υπάρχει σημαντικό οικονομικό όφελος κατά την πρώτη περίοδο χορήγησης του εμβολίου.
«Πάντα υπάρχει και η τάση για κερδοφορία αλλά μερικές φορές οι επιστήμονες λειτουργούν προστατευτικά προς την κοινωνία», υπογράμμισε.
Τέλος, ο κ. Γεωργίου ανάφερε ότι «πρέπει να είμαστε υπομονετικοί και να αξιολογούμε την κάθε πληροφορία με σύνεση και χωρίς ιδιαίτερο ενθουσιασμό».