Τηλεόραση Ραδιόφωνο Podcasts
«Ας προετοιμαστούμε για το χειρότερο και να ελπίζουμε για το καλύτερο», αναφέρει ο Επικεφαλής Εκτάκτων επιχειρήσεων του Ευρωπαϊκού Κέντρου Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων, Sergio Brusin.

Με την επιστήμη να προσπαθεί ακόμη να αποκωδικοποιήσει τον COVID-19, το Ευρωπαϊκό Κέντρο Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων σε αποκλειστική συνέντευξή στον ΑΝΤ1, προειδοποιεί τους πολίτες ότι είναι πολύ πιθανόν να πρέπει να μάθουμε να ζούμε με τον ιό για μεγάλο χρονικό διάστημα, αλλάζοντας συνήθειες χρόνων. 

«Χρειάζεται να σχεδιάζουμε με βάση το χειρότερο (σενάριο). Χρειάζεται να προετοιμαζόμαστε λες και πρέπει να ζήσουμε με τον ιό αυτό για μεγάλη χρονική περίοδο. Και πρέπει να είμαστε έτοιμοι να τροποποιήσουμε κάποιες από τις συνήθειες στην συμπεριφορά που είχαμε προηγουμένως, ώστε να αποφύγουμε ένα ενδεχόμενο δεύτερο κύμα του ιού, που μπορεί να είναι πιο επιθετικό και επικίνδυνο από το πρώτο», ανάφερε χαρακτηριστικά. 

Δεν υπάρχουν απαντήσεις

Στο ECDC μελετούν κάθε επιστημονική έρευνα για τον ιό, ξεκαθαρίζουν ωστόσο ότι καμία επιστημονική απάντηση δεν δόθηκε ακόμη για πολλές πτυχές του. Ούτε εάν το καλοκαίρι η εξάπλωσή του θα επιβραδυνθεί. 

«Άλλοι κορωνοϊοί είχαν αυτή την συμπεριφορά, πολλοί κορωνοϊοί που επιτίθενται στο αναπνευστικό σύστημα είχαν αυτή την συμπεριφορά. Σε ζεστό και ξηρό κλίμα μεταδίδονται πιο δύσκολα. Επίσης το καλοκαίρι δεν μένουμε σε κλειστούς χώρους πολλοί άνθρωποι γεγονός που συμβάλλει στην μετάδοση του ιού, οπότε αυτό είναι πιθανό σενάριο. Αλλά δεν είναι κάτι που επιστημονικά γνωρίζουμε, βασίζεται απλώς στη γνώση που έχουμε με βάση άλλους κορωνοϊούς», σημείωσε ο κ. Brusin.  

Η Κύπρος εφαρμόζει την καλύτερη μέθοδο ιχνηλάτησης 

Την ίδια ώρα, ο επικεφαλής έκτακτων επιχειρήσεων και ετοιμότητας του ECDC, χαρακτηρίζει την μέθοδο της ευρείας δειγματοληψίας και της ιχνηλάτησης των κρουσμάτων, αυτή δηλαδή που εφαρμόζει η Κύπρος, ως την καλύτερη για την αντιμετώπιση του ιού. 

«Σε ένα νησί όπως η Κύπρος, με σχετικά μικρό αριθμό πληθυσμού, αυτή η πολιτική μπορεί να αποδώσει πολύ καλά, διότι μπορείτε να ελέγξετε καλά τις εισαγωγές (πληθυσμό) από το εξωτερικό. Μπορεί να είναι πολύ αποτελεσματικό στο να δώσει και πληροφορίες για το πώς θα προστατεύσετε και τον υπόλοιπο πληθυσμό και μειώνετε την μετάδοση του ιού από τον ένα στον άλλο. Η εξέταση και η ιχνηλάτηση επαφών σε τέτοιο περιβάλλον μπορεί να είναι εξαιρετικά αποτελεσματική. Το είδαμε στην Ταιβάν, στη Νότιο Κορέα, οπότε σίγουρα είναι πολύ καλή πολιτική σε αυτό το επίπεδο». 

Κι ενώ τα βλέμματα όλων είναι στραμμένα στην επόμενη ημέρα, το ECDC εξετάζει και τους λόγους για τους οποίους η Ευρώπη βρέθηκε πρώτη αμέσως μετά την Κίνα στο επίκεντρο της πανδημίας, με πέραν των 116 χιλιάδων νεκρών και με κρούσματα που πλησιάζουν το 1 εκατομμύριο 300 χιλιάδες. 

«Ο πιο σημαντικός (λόγος) είναι ότι είχαμε πολλές εισαγωγές από την Κίνα. Ήταν μια περίοδος μετά τις διακοπές, υπήρχαν πολλοί τουρίστες αλλά και επαγγελματίες από την Κίνα στην Ευρώπη και την περίοδο εκείνη ο ιός δεν είχε αναγνωριστεί ούτε στην Ευρώπη, ούτε σε πολλές άλλες χώρες», εξήγησε ο κ. Brusin. 

Εκ των κυριότερων λόγων για το ECDC ήταν και η είσοδος του ιού στα νοσοκομεία, με γιατρούς, νοσηλευτές αλλά και ασθενείς να επιμολύνονται πριν ακόμη ο ΠΟΥ κηρύξει επίσημα σε πανδημία τον κορωνοϊό.