«Πρέπει να επιταχυνθεί η διαδικασία. Έχει μαλλιάσει η γλώσσα μου να ζητάω να κινηθούμε γρήγορα, να θέσουμε το ζήτημα της παράτασης, να κλείσουμε το πακέτο, διότι η καθυστέρηση βλάπτει την οικονομία, επιδεινώνει την κατάσταση», τόνισε από την Ιπποκράτους ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ, Ευάγγελος Βενιζέλος, ο οποίος τόνισε ότι δεν πρόκειται να υπάρξει νέα συνάντηση των πολιτικών αρχηγών μέσα σε αυτήν την εβδομάδα, αλλά πιθανότατα την επόμενη.
Για νέα συνάντηση μέσα στην επόμενη εβδομάδα έκανε λόγο και ο κ. Κουβέλης, ο οποίος πρόσθεσε ότι η τρόικα θα πρέπει να σταματήσει να επιτίθεται στις αντοχές του ελληνικού λαού. «Η διαπραγμάτευση συνεχίζεται. Δεν έχει κλείσει τίποτα οριστικά. Όσοι βιάστηκαν να πουν ότι τα μέτρα έχουν αποφασιστεί, έχουν κάνει λάθος», τόνισε ο Φώτης Κουβέλης, εξερχόμενος του Μεγάρου Μαξίμου.
«Χρειάζεται ορίζοντας τετραετίας, εθνική και κοινωνική συναίνεση και εθνική συστράτευση για να στρέψουμε τη χώρα μας προς μια παραγωγική κατεύθυνση» τόνισε ο Ευάγγελος Βενιζέλος, ο οποίος διαβεβαίωσε ότι το ΠΑΣΟΚ, ως εγγυητής της πολιτικής σταθερότητας, θα συμβάλλει στην οριστικοποίηση και ψήφιση των μέτρων. «Όσο εγγυόμαστε, άλλο τόσο είμαστε διατεθειμένοι να αγωνιστούμε ώστε το πακέτο να είναι το τελευταίο και να μην έχει οριζόντιο χαρακτήρα. Προεκλογικά είπαμε τα λιγότερα από όλους, αλλά είπαμε κι εμείς με καθαρότητα όχι οριζόντια μέτρα», τόνισε ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ και πρόσθεσε ότι δεν έχει παρουσιαστεί ολόκληρο το πακέτο, διότι δεν έχουν ολοκληρωθεί οι συζητήσεις με την τρόικα.
Ο κ. Στουρνάρας από πλευράς του τόνισε ότι η διαπραγμάτευση συνεχίζεται και θα καταβληθεί κάθε δυνατή προσπάθεια ώστε να κλείσει το πακέτο έως την Κυριακή. «Παραμένει ακόμα ένα κομμάτι, το οποίο είναι ανοιχτό. Είναι μια δύσκολη διαπραγμάτευση», είπε χαρακτηριστικά ο υπουργός Οικονομικών, ο οποίος ενημέρωσε τους πολιτικούς αρχηγούς για τις συναντήσεις που είχε με τους επικεφαλής της τρόικας. Επίσης, στην συνάντηση πήραν μέρος ο αναπληρωτής υπουργός Οικονομικών Χρήστος Σταϊκούρας και ο υπουργός Εργασίας Γιάννης Βρούτσης.
Ο κ. Στουρνάρας, ωστόσο το πρωί, είχε κατ' ιδίαν συνάντηση στο Μέγαρο Μαξίμου με τον πρωθυπουργό, όπου τον ενημέρωσε για τις τελευταίες εξελίξεις. Εξερχόμενος εξέφρασε την εκτίμηση ότι οι συζητήσεις θα συνεχιστούν για μερικές ημέρες ακόμα, μέχρι να κλείσει οριστικά η συμφωνία και προσδιόρισε τη διαφορά που υπάρχει αυτή την στιγμή με την τρόικα στα 2 με 2,5 δισ. ευρώ.
Στην πλέον κρίσιμη φάση εισέρχονται τα επόμενα 24ωρα οι διαπραγματεύσεις της ελληνικής κυβέρνησης με την τρόικα και τη «γεφύρωση» του «χάσματος» των 2 δισ. ευρώ, καθώς τόσο η ελληνική πλευρά, όσο και το ΔΝΤ, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και η ΕΚΤ, επιζητούν να έχει οριστικοποιηθεί το πακέτο των 11,9 δισ. ευρώ έως την ερχόμενη Κυριακή.
Το βασικό ζήτημα είναι ότι η συγκεκριμένη «τρύπα» των 2 δισ. ευρώ αποτελεί, σύμφωνα με υψηλόβαθμο στέλεχος του υπουργείου Οικονομικών, τον «σκληρό πυρήνα» των μέτρων, ή, σε ελεύθερη μετάφραση, τα πιο σκληρά μέτρα. Και πιθανόν, οι τρεις πολιτικοί αρχηγοί που θα συναντηθούν σήμερα, στη 1 μετά το μεσημέρι, να κληθούν να λάβουν τις τελικές αποφάσεις που θα εμπεριέχουν πολιτικό κόστος.
Εν προκειμένω είναι χαρακτηριστικό ότι, ενώ πηγές του οικονομικού επιτελείου διαβεβαίωναν αργά χθες ότι η «τρύπα» αυτή δεν θα καλυφθεί από πρόσθετες μειώσεις σε μισθούς και συντάξεις, το ΔΝΤ εμμένει στην άποψη ότι τα 2 δισ. ευρώ που απομένουν, πρέπει να εξευρεθούν από περικοπές σε μισθούς, συντάξεις και κοινωνικές μεταβιβάσεις.
Τη θέση αυτή, σύμφωνα με πληροφορίες, εξέφρασε ανοικτά ο εκπρόσωπος του ΔΝΤ, Πολ Τόμσεν, στη συνάντηση της τρόικας με τον υπουργό Οικονομικών, χθες το βράδυ, χωρίς, μάλιστα, να υποχωρεί ούτε κατά κεραία. Αντίθετα, όπως αναφέρουν οι ίδιες πληροφορίες, πιο διαλλακτικοί εμφανίστηκαν οι Ματίας Μορς (Ευρωπαϊκή Επιτροπή) και Κλάους Μαζούχ (ΕΚΤ), οι οποίοι φέρεται και να έδρασαν «πυροσβεστικά» στην όλη συζήτηση.
Χθες, επίσης, εν μέσω των αντεγκλήσεων μεταξύ ΝΔ και ΠΑΣΟΚ, για το ποια μέτρα ή τα ισοδύναμά τους θα συμπεριληφθούν στο πακέτο, φαίνεται ότι εξευρέθηκαν περίπου 2 δισ. ευρώ από τα 4 δισ. ευρώ που υπολείπονταν αρχικά. Κύκλοι του υπουργείου Οικονομικών ανέφεραν ότι έχουν συμφωνηθεί μέτρα 8,5- 9,5 δισ. ευρώ, καθώς η τρόικα φαίνεται ότι αποδέχθηκε τις πρόσθετες περικοπές δαπανών σε Υγεία, 'Αμυνα και ΟΤΑ.
Η διαφορά του 1 δισ. ευρώ (μεταξύ 8,5 δισ. ευρώ και 9,5 δισ. ευρώ) σχετίζεται με την αύξηση των ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης από τα 65 στα 67 έτη, μέτρο που παραμένει ως «μπαλαντέρ» στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Αν και, για την απόδοση του συγκεκριμένου μέτρου, η τρόικα (όπως και η ΓΣΕΕ και οικονομικοί παράγοντες) εκφράζει επιφυλάξεις, θεωρώντας ότι το δημοσιονομικό όφελος, λόγω πρόωρων αποχωρήσεων και μείωσης των εισφορών, θα είναι πολύ χαμηλότερο.
Όσον αφορά στις απολύσεις στο Δημόσιο, ο υπουργός Διοικητικής Μεταρρύθμισης, Αντώνης Μανιτάκης, δήλωσε χθες ότι αυτές δεν είναι αναγκαίες, παρά τις αντίθετες θέσεις της τρόικας.
Σύμφωνα με τον κ. Μανιτάκη, εφέτος θα αποχωρήσουν από το Δημόσιο περίπου 40.000 υπάλληλοι, ενώ με βάση την πρόταση του υπουργείου για πρόωρη εθελούσια συνταξιοδότηση, θα αποχωρήσουν σταδιακά επιπλέον 35.000 δημόσιοι υπάλληλοι.
Με αποτέλεσμα, έως το 2015 ο αριθμός των δημοσίων υπαλλήλων να έχει μειωθεί κατά 200.000 και πλέον άτομα, υπερκαλύπτοντας τον στόχο των 150.000 αποχωρήσεων.
Αξίζει, πάντως, να σημειωθεί ότι το οικονομικό επιτελείο πιστεύει ότι ένα από τα πλέον σημαντικά ζητήματα των συζητήσεων με την τρόικα, είναι αυτό του μακροοικονομικού σεναρίου για την ελληνική οικονομία. Καθώς, από το μέγεθος της ύφεσης θα εξαρτηθεί και το εάν η τρόικα θα απαιτήσει πρόσθετα μέτρα. Ενώ παράλληλα, λαμβάνει ως δεδομένο ότι το ΔΝΤ εμμένει στη βιωσιμότητα του χρέους, προκειμένου να συνεχιστεί το πρόγραμμα χρηματοδότησης της χώρας.
Στο συγκεκριμένο πλαίσιο, πραγματοποιήθηκε χθες το απόγευμα στο υπουργείο Οικονομικών, μια σύσκεψη με τη συμμετοχή των τεχνικών κλιμακίων της τρόικας. Στη συγκεκριμένη σύσκεψη παρουσιάστηκε και μια σχετική μελέτη του ΙΟΒΕ, σύμφωνα με την οποία, μια μέτρια αύξηση των ιδιωτικών επενδύσεων- χωρίς την οικοδομή- (από το 9% εφέτος στο 21% το 2019- 2020), σε συνδυασμό με το πρόγραμμα των αποκρατικοποιήσεων και την αξιοποίηση των πόρων του ΕΣΠΑ, θα οδηγούσαν σε συνολική αύξηση του ΑΕΠ κατά 4 μονάδες έως το 2020. Έτσι, θα καταστεί εφικτό να περιοριστεί το δημόσιο χρέος στο 120% του ΑΕΠ το 2020, χωρίς να απαιτούνται περαιτέρω δάνεια για την Ελλάδα.