Τηλεόραση Ραδιόφωνο Podcasts

Οι τραγικές στιγμές της 11ης Ιουλίου ξαναζωντάνεψαν το πρωί στο κακουργιοδικείο, μέσα από την κατάθεση του υπαστυνόμου της πυροσβεστικής Μιχάλη Θεοφίλου, πατέρα του αδικοχαμένου μέλους της ΕΜΑΚ Παναγιώτη Θεοφίλου .

Όταν ρωτήθηκε από την κατηγορούσα αρχή για το τι συνέβη εκείνο το τραγικό πρωινό, ο αξιωματικός της πυροσβεστικής ως μάρτυρας κατηγορίας, βουρκωμένος με τρεμάμενη φωνή, περιέγραψε με λεπτομέρειες τα συμβάντα όπως τα έζησε ο ίδιος, προκαλώντας συγκίνηση στους δεκάδες συγγενείς των θυμάτων που κατέκλυσαν και σήμερα τη δικαστική αίθουσα.

Ανέφερε ότι αρχικά στις 6 και τριάντα το πρωί ενώ βρισκόταν στο σπίτι του ειδοποιήθηκε από τον επαρχιακό υπεύθυνο της Πυροσβεστικής για ανάκληση προσωπικού λόγω σοβαρού επεισοδίου. Όταν έφθασε στο πυροσβεστικό σταθμό Ορόκλινης, πληροφορήθηκε για επεισόδιο στον σταθμό Βασιλικού και προσπάθησε να επικοινωνήσει με τον γιο του ο οποίος ήταν βάρδια στην ΕΜΑΚ.

Το τηλέφωνο του Παναγιώτη δεν χτυπούσε κάτι που τον ανησύχησε, αφού όπως ανέφερε δεν συνήθιζε ποτέ του να το έχει κλειστό.

Καθ΄ οδον προς τον κεντρικό πυροσβεστικό σταθμό Λάρνακας, άκουσε στο ραδιόφωνο ότι υπήρχαν θύματα. Στη συνέχεια μετέβη στο τμήμα Πρώτων Βοηθειών του Νοσοκομείου Λάρνακας, όπου συναντήθηκε με αξιωματικό της ΕΜΑΚ ο οποίος είχε τραυματιστεί στην έκρηξη, και όπως είπε χαρακτηριστικά στο Δικαστήριο γονάτισε μπροστά του και τον παρακάλεσε να του πει τι απέγινε ο γιος του, χωρίς όμως να μπορεί να του απαντήσει.

Συνεχίζοντας την κατάθεση του, δήλωσε ότι πήγε στο σταθμό της ΕΜΑΚ στην Κοφίνου, όπου εκεί είδε την κατάσταση προσωπικού που ανταποκρίθηκε στο επεισόδιο και ανάμεσα στα ονόματα που αναγράφονταν ήταν και αυτό του Παναγιώτη.

Με τη συνοδεία πυροσβέστη μετέβη στη συνέχεια με υπηρεσιακό όχημα στη Ναυτική Βάση. Ούτε εκεί του απάντησε κάποιος για την τύχη του γιου του:

«Είδα τον Μάρκο Τράγγολα, ο οποίος έκλαιγε. Τον ρώτησα εάν σκοτώθηκε ο γιος μου. Δεν μου απάντησε. Τον ρώτησα εάν σκοτώθηκαν και οι έξι και μου απάντησε, Ναι. Μου είπε ο βοηθός αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας τον οποίο γνωρίζω προσωπικά ότι υπάρχουν αγνοούμενοι, μη αναγνωρισθέντες και διαμελισμένοι.  Πήγα στην σκηνή. Κατέβηκα και περπάτησα. Είδα σκεπασμένους με άσπρα σεντόνια, πήγα πίσω και είπα στον οδηγό. Πάρε με πίσω στο σταθμό, θέλω να πάω σπίτι».

Μετά την ολοκλήρωση της εξέταση, ο συνήγορος υπεράσπισης, Ευστάθιος Ευσταθίου, επικαλούμενος τη συναισθηματική φόρτιση του μάρτυρα και ζήτησε διακοπή της διαδικασίας.

Το δικαστήριο, παρότι ο μάρτυρας δήλωσε έτοιμος να συνεχίσει, ενέκρινε το αίτημα και η διαδικασία θα συνεχιστεί αύριο με αντεξέταση των συνηγόρων υπεράσπισης.

Νωρίτερα ο κ. Θεοφίλου, με την επαγγελματική του ιδιότητα αφού είναι ένας εκ των επτά αξιωματικών της πυροσβεστικής υπηρεσίας που έχουν τύχει εκπαίδευσης σε επικίνδυνα υλικά στην Αγγλία, ανέλυσε τους διεθνείς κανονισμούς για αντιμετώπιση τέτοιων υλικών που περιλαμβάνονται στο αμερικανικό εγχειρίδιο με τίτλο «Ergo 2004».

 Το εγχειρίδιο βρίσκεται σε όλους τους Πυροσβεστικούς Σταθμούς της Κύπρου σε ηλεκτρονική και έντυπη μορφή μεταφρασμένο στα ελληνικά.

Με την κατάθεση του 5ου μάρτυρα κατηγορίας,  Επαρχιακού Υπεύθυνου Πυροσβεστικών Σταθμών Λάρνακας υπαστυνόμου Μιχάλη Θεοφίλου πατέρα του πυροσβέστη Παναγιώτη Θεοφίλου, συνεχίστηκε σήμερα η ακροαματική διαδικασία ενώπιον του Κακουργιοδικείου που συνεδρίασε στη Λάρνακα για την φονική έκρηξη που σημειώθηκε στη ναυτική βάση «Ευάγγελος Φλωράκης» στο Μαρί στις 11 Ιουλίου 2011.

Η αίθουσα του δικαστηρίου η οποία ήταν κατάμεστη από συγγενείς θυμάτων και κατηγορουμένων, πάγωσε κυριολεκτικά και η ατμόσφαιρα ήταν συγκινησιακά φορτισμένη όταν ο Μιχάλης Θεοφίλου περιέγραψε, όταν του ζητήθηκε από την Πωλίνα Ευθυβούλου, εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής, τον τρόπο που πληροφορήθηκε για το θάνατο του γιού του την τραγική ημέρα της 11ης Ιουλίου.

Η συγκινησιακή περιγραφή των γεγονότων της συγκεκριμένης ημέρας διήρκεσε περίπου μισή ώρα και όπως ανέφερε ο κ. Θεοφίλου την 11η Ιουλίου 2011 ήταν εκτός υπηρεσίας όταν στις 06.30 το πρωί χτύπησε το κινητό του τηλέφωνο και ο τότε επαρχιακός υπεύθυνος των πυροσβεστικών σταθμών Λάρνακας Ιεζεκιήλ Παπαδόπουλος του είπε «Μιχάλη έχουμε σοβαρό επεισόδιο, γίνεται ανάκληση προσωπικού, έλα αμέσως στον σταθμό». Αμέσως πήρε τηλέφωνο τον Πυροσβεστικό σταθμό 1 στη Λάρνακα και έμαθε ότι είχε γίνει έκρηξη στο Μαρί. Ξεκίνησε για τον Κεντρικό Πυροσβεστικό Σταθμό Λάρνακας και την ώρα που έμπαινε στον Πυροσβεστικό Σταθμό Ορόκλινης (που ήταν στο δρόμο του) έβγαινε από την πύλη όχημα πετροχημικών και ενημερώθηκε από τους πυροσβέστες που ήταν μέσα ότι πήγαιναν στον Ηλεκτροπαραγωγό Σταθμό Βασιλικού γιατί είχε πυρκαγιά.

Αμέσως έδωσε οδηγίες να ξεκινήσουν ενέργειες για να φορτωθεί  αφροποιόν υλικό σε γερανοφόρο όχημα. Σημείωσε ότι γνώριζε ότι θα ανταποκρινόταν σε οποιοδήποτε περιστατικό η ΕΜΑΚ Κοφίνου και ότι ο γιος του εργαζόταν στην ΕΜΑΚ το προηγούμενο βράδυ. Πρόσθεσε πως άκουσε για την έκρηξη στη ναυτική βάση και ότι υπήρχαν θύματα από το «Πρωϊνό Δρομολόγιο» και αμέσως κάλεσε το γιο του στο κινητό του τηλέφωνο. Ωστόσο όπως είπε αυτό ήταν κλειστό και ανησύχησε επειδή ο γιός του ουδέποτε είχε κλειστό το τηλέφωνο του. Συνήθως συνέχισε, γίνεται το συμβάν και μετά ανταποκρίνεται η Πυροσβεστική Υπηρεσία, δεν γνώριζα ότι είχαν ήδη ανταποκριθεί. Τηλεφώνησε στην ΕΜΑΚ και του είπαν ότι δεν γνώριζαν τι έγινε και αντιλήφθηκε αμέσως ότι τα πράγματα δεν ήταν καλά.

Ακολούθως σύμφωνα με τον κ. Θεοφίλου, πήγε στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας όπου βρήκε και ρώτησε γνωστό του γιατρό ο οποίος τον ενημέρωσε ότι υπήρχαν δύο τραυματίες εκεί. Είδε μάλιστα και τον υπαστυνόμο Τάκη Καρακώστα της ΕΜΑΚ ο οποίος είχε ελαφρύ τραύμα στο λαιμό και τον ρώτησε τι έγιναν οι άλλοι πυροσβέστες που πήγαν στο επεισόδιο πρώτοι για να του απαντήσει ότι δεν ξέρει.

Στη συνέχεια μετέβη στην ΕΜΑΚ στη Κοφίνου όπου ζήτησε και είδε την κατάσταση προσωπικού όπου σε αυτήν υπήρχε και το όνομα του γιου του, αφού ήταν οδηγός του αυτοκινήτου (Scandia)που ανταποκρίθηκε στη κλήση από τη ναυτική βάση για την πυρκαγιά. Ρώτησε μάλιστα τον υπαστυνόμο Γιώργο Δημητρίου που ήταν υπεύθυνος του τηλεφωνικού κέντρου της ΕΜΑΚ «από τις 04.30 μέχρι τώρα 8 – 9 το πρωί δεν ξέρεις τι έγιναν οι πυροσβέστες σου»;

Ακολούθως μετέβη στη ναυτική βάση όπου σε ένα δωμάτιο ήταν ο Βοηθός Αρχηγός Αστυνομίας Δώρος Αχιλλέως, ο υποδιευθυντής της Πυροσβεστικής  Χαράλαμπος Χαραλάμπους και ο βοηθός αστυνομικός διευθυντής επιχειρήσεων Λάρνακας και τους ρώτησε εάν ήταν σκοτωμένος ο γιος του. Κανένας δεν του απάντησε και όταν βγήκε έξω είδε τον τότε βοηθό αρχηγό της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας Μάρκο Τράγκολα ο οποίος έκλαιγε. Τον ρώτησε εάν ήταν σκοτωμένος ο γιος του και δεν απάντησε και όταν τον ρώτησε εάν σκοτώθηκαν και οι έξι πυροσβέστες, του απάντησε ναι.

Ανέφερε ακόμα ότι στη συνέχεια είδε τον υποδιευθυντή της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας Χαραλάμπο Χαραλάμπους ο οποίος του είπε ότι συνομίλησε με τον επικεφαλής της ομάδας Λοχία Ανδρέα Παπαδόπουλο και του είπε ότι «πήρε και το δεύτερο» (εμπορευματοκιβώτιο) και του είπε να φύγουν αλλά δεν πρόλαβε (αφού έγινε η έκρηξη). Στη συνέχεια τον προσέγγισε κάποιος στρατιωτικός, που έφερε το βαθμό του ταγματάρχη με το επίθετο Πέτρου ο οποίος φώναζε «φταίσιν, να παραιτήσουν όλοι» και του ανέφερε ότι υπήρχαν μη αναγνωρίσιμοι, διαμελισμένοι και αγνοούμενοι και πως αναγνώρισε τον Σπύρο Τταντή.

Ο Μιχάλης Θεοφίλου ζήτησε να μεταβεί στην σκηνή και αφού πήρε άδεια ξεκίνησε με ένα αυτοκίνητο και ένα πυροσβέστη να μεταβεί στο χώρο των εμπορευματοκιβωτίων αλλά επειδή υπήρχαν πολλά συντρίμμια και κλαδιά δέντρων το αυτοκίνητο δεν μπορούσε να προχωρήσει. Κατέβηκε από το αυτοκίνητο και πήγε με τα πόδια και είδε τη σκηνή από χαμηλά όπου είδε το μεγάλο αυτοκίνητο της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας που οδηγούσε ο γιος του διαλυμένο και κάποιους σκεπασμένους με σεντόνια.

«Δεν προσέγγισα τη σκηνή, πήγα στο αυτοκίνητο και είπα του οδηγού πάμε στο σταθμό θέλω να πάω σπίτι», είπε φανερά συγκινημένος ο Μιχάλης Θεοφίλου.

Ο δικηγόρος Ευστάθιος Ευσταθίου συνήγορος υπεράσπισης των Κώστα Παπακώστα, Ανδρέα Νικολάου και Χαράλαμπου Χαραλάμπους  ζήτησε όπως αντεξετάσει αύριο τον μάρτυρα Μιχάλη Θεοφίλου επικαλούμενος συναισθηματική φόρτιση. Ωστόσο ο μάρτυρας είπε ότι ήταν έτοιμος και δεν υπήρχε πρόβλημα αλλά ο κ. Ευσταθίου ανέφερε στο δικαστήριο ότι δεν ήταν ο ίδιος έτοιμος για την αντεξέταση. Ετσι η ακροαματική διαδικασία θα συνεχιστεί αύριο στις εννέα το πρωί.

Κατά τη σημερινή διαδικασία ο κ. Θεοφίλου ανέλυσε τους διεθνείς κανονισμούς για αντιμετώπιση επικίνδυνων υλικών που περιλαμβάνονται στο αμερικανικό εγχειρίδιο με τίτλο «Ergo 2004» (Emergency Response Guidebook) και το οποίο βρίσκεται σε όλους τους Πυροσβεστικούς Σταθμούς της Κύπρου τόσο σε ηλεκτρονική μορφή όσο και με μορφή βιβλίου σε ελληνική μετάφραση. Όπως είπε ο κ. Θεοφίλου το βιβλίο αυτό θεωρείται πολύ σημαντικό για τη διαχείριση επικίνδυνων υλικών ειδικά στο πρώτο στάδιο της αναγνώρισης του υλικού, ενώ απαντώντας σε σχετική ερώτηση της Κατηγορούσας Αρχής είπε πως για την Πυροσβεστική Υπηρεσία επικίνδυνα υλικά είναι αυτά που συσκευάζονται, μεταφέρονται και αποθηκεύονται, βρίσκονται στον κατάλογο των Ηνωμένων Εθνών και έχουν 9 κατηγορίες.

Εξήγησε επίσης ότι η πυρκαγιά σε εκρηκτικά δεν αντιμετωπίζεται με πυρόσβεση αλλά κρατάς απόσταση ασφαλείας 1600 μέτρα και άνω γιατί μπορούν να εκτοξευθούν θραύσματα από την έκρηξη, γίνεται εκκένωση μέχρι τα 1600 μέτρα προς όλες τις κατευθύνσεις όχι μόνο του προσωπικού αλλά και των υπηρεσιών που ανταποκρίνονται στην φωτιά, το οποίο θα πρέπει να είναι καλυμμένο κάτω από φυσικά αναχώματα.

Σε άλλες ερωτήσεις ο κ. Θεοφίλου απάντησε ότι σε ένα σοβαρό επεισόδιο ανταποκρίνονται δύο πυροσβεστικά οχήματα και ένα βυτιοφόρο όχημα, ο αξιωματικός υπηρεσίας ο οποίος θα αξιολογήσει την κατάσταση και θα ενημερώσει τον Επαρχιακό υπεύθυνο και την ηγεσία της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας. Αναφέρθηκε μάλιστα αρκετές φορές στο κλειδί για αντιμετώπιση ενός σοβαρού επεισοδίου το οποίο είναι η πληροφόρηση η οποία αντλείται μεταξύ άλλων και από το εγχειρίδιο πυροσβεστολογίας «Ergo 2004».

Ερωτηθείς τι έγινε τον Ιούλιο του 2011 ο Μιχάλης Θεοφίλου είπε ότι τότε η κατάσταση ήταν διαφορετική και εξήγησε πως δεν υπήρχε αξιωματικός υπηρεσίας, αφού οι πυροσβέστες εργάζονται μέρα παρά μέρα και είναι σε επιφυλακή από το σπίτι τους το υπόλοιπο 24ωρο. Από τη στιγμή, πρόσθεσε που θα κινητοποιηθεί ο αξιωματικός υπηρεσίας θα πρέπει να αξιολογήσει, να ελέγξει και να καθοδηγήσει το λοχία ο οποίος θα βγει με το Πυροσβεστικό όχημα και τους άλλους πυροσβέστες.

Στον κ. Θεοφίλου τέθηκαν από την Κατηγορούσα Αρχή διάφορα υποθετικά σενάρια που αφορούσαν αντιμετώπιση επικίνδυνων υλικών ακόμα και σε στρατόπεδα και ειδικά για το τελευταίο είπε ότι από τη στιγμή που η Πυροσβεστική Υπηρεσία κληθεί για επεισόδιο σε στρατόπεδο, τότε την ευθύνη αναλαμβάνει με την άφιξη του στη σκηνή ο επικεφαλής της Υπηρεσίας, ο οποίος θα δώσει εντολή για εκκένωση και απομάκρυνση του προσωπικού.

Ερωτηθείς γιατί η Πυροσβεστική Υπηρεσία καταρτίζει σχέδια δράσης για διάφορα επεισόδια και ποιος είναι υπεύθυνος γι’ αυτά, απάντησε πως αυτά γίνονται για να γνωρίζουν οι εμπλεκόμενες υπηρεσίες τι πρέπει να κάνουν σε οποιαδήποτε περίπτωση και σημείωσε ότι υπάρχουν σχέδια δράσης της Υπηρεσίας που ανταποκρίνονται σε επικίνδυνες καταστάσεις και άλλα σχέδια τύπου SEVEZO.

Ανέφερε ακόμα ότι τα σχέδια δράσης γίνονται συνήθως από τον Επαρχιακό Υπεύθυνο της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας, θέλουν πολλή προεργασία, εγκρίνονται στη συνέχεια από τον Διευθυντή της Υπηρεσίας και ακολουθεί η κυκλοφορία τους στους Σταθμούς. Είπε επίσης ότι η Πυροσβεστική Υπηρεσία δεν έχει σχέδια δράσης για στρατόπεδα και πως οι πυροσβέστες μεταβαίνουν και βοηθούν στα στρατόπεδα όταν καλούνται.

Υπενθυμίζεται ότι οι έξι κατηγορούμενοι είναι οι τέως Υπουργοί Εξωτερικών Μάρκος Κυπριανού και Αμυνας Κώστας Παπακώστα, ο τέως Υπαρχηγός της Εθνικής Φρουράς Σάββας Αργυρού, ο τέως Διευθυντής και Υποδιευθυντής της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας Αντρέας Νικολάου και Πάμπος Χαραλάμπους και ο τέως Διοικητής της ΕΜΑΚ Αντρέας Λοϊζίδης.

Νωρίτερα:  

Συνεχίστηκε και σήμερα η δίκη για την τραγωδία στο Μαρί.

Σήμερα, ενώπιον του Μόνιμου Κακουργιοδικείου κλήθηκε ως μάρτυρας κατηγορίας, ο υπαστυνόμος της Πυροσβεστικής, Μιχάλης Θεοφίλου.

Ο κ. Θεοφίλου είναι ο πατέρας του Παναγιώτη Θεοφίλου, ενός εκ των 13 θυμάτων, που έχασαν άδικα τη ζωή τους κατά την τραγωδία στο Μαρί.

Ο κ. Θεοφίλου προέβη σε συγκλονιστική μαρτυρία, για την κατάσταση που επικρατούσε στο στρατόπεδο, λίγη μόνο ώρα μετά τη φονική έκρηξη, όταν και επισκέφτηκε τη Ναυτική Βάση.

Όλες οι λεπτομέρειες της συγκλονιστικής κατάθεσης του κυρίου Θεοφίλου, καθώς και ολόκληρης της ακροαματικής διαδικάσίας, στο βίντεο, με την ανταπόκριση του Μάριου Αδάμου, που παρακολούθησε τη δίκη.

Με την παρουσία τριών μαρτύρων κατηγορίας και την ανάγνωση των καταθέσεων των πέντε από τους έξι κατηγορούμενους, άρχισε σήμερα η ακροαματική διαδικασία ενώπιον του Μόνιμου Κακουργιοδικείου που συνεδρίασε στη Λάρνακα για τη φονική έκρηξη στη ναυτική βάση «Ευάγγελος Φλωράκης» στο Μαρί στις 11 Ιουλίου 2011, η οποία είχε ως αποτέλεσμα το θάνατο 13 ατόμων.

Οι καταθέσεις στην Αστυνομία των Μάρκου Κυπριανού, Σάββα Αργυρού και Ανδρέα Λοϊζίδη αναγνώστηκαν από την Κατηγορούσα Αρχή στο Δικαστήριο ενώ οι καταθέσεις των Ανδρέα Νικολάου και Χαράλαμπου Χαραλάμπους αναγνώστηκαν από τους μάρτυρες κατηγορίας, οι οποίοι και έλαβαν τις εν λόγω καταθέσεις.

 Αρχικά εγκρίθηκαν ως παραδεκτά γεγονότα από τους Δικαστές και τους συνηγόρους υπεράσπισης κείμενο 9 σελίδων το οποίο ανέγνωσε η Πωλίνα Ευθυβούλου εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής στο οποίο αναφέρεται το ιστορικό του εντοπισμού του πλοίου «Monchegorsk» και η ανταλλαγή επιστολών μεταξύ των διαφόρων Υπουργείων και υπηρεσιών του κράτους.

 Στη συνέχεια συμφωνήθηκε από το δικαστήριο και τους συνηγόρους υπεράσπισης όπως κατατεθούν ως παραδεκτά γεγονότα όλες οι καταθέσεις που έδωσαν οι κατηγορούμενοι 1, 3 και 6, δηλαδή οι Μάρκος Κυπριανού, Σάββας Αργυρού και Ανδρέας Λοϊζίδης, με συνημμένα έγγραφα και επιστολές.
 
Ωστόσο ο Ευστάθιος Ευσταθίου, συνήγορος υπεράσπισης των Κώστα Παπακώστα, Ανδρέα Νικολάου και Χαράλαμπου Χαραλάμπους ζήτησε όπως διαβαστούν στο Κακουργιοδικείο οι καταθέσεις των πελατών του επικαλούμενος την αρχή της δημοσιότητας της δίκης και δεδομένου ότι οι πελάτες του, όπως είπε, κατηγορούνται για 13 ανθρωποκτονίες και πρέπει τα πράγματα να μπουν στη σωστή θέση και βάση.
 
Αρχικά διαβάστηκε η κατάθεση του 1ου κατηγορουμένου τέως ΥΠΕΞ Μάρκου Κυπριανού η οποία λήφθηκε από την Αστυνομία στις 20 Ιουλίου 2011 και αποτελείτο από 9 σελίδες. Στην κατάθεση αναφέρθηκε μεταξύ άλλων ότι ο ίδιος απουσίαζε από την Κύπρο στις 11 Ιουλίου 2011 και θα επέστρεφε το βράδυ της ίδιας ημέρας και ότι δεν γνώριζε ποιος αποφάσισε για την επιλογή του χώρου φύλαξης των εμπορευματοκιβωτίων. Αναφέρθηκε ακόμα ότι σε συνάντηση που έγινε στο Υπουργείο Αμυνας στις 7/2/2011, ύστερα από δική του επιστολή – εισήγηση της 3/1/2011, δόθηκε η αντίληψη ότι υπήρχε μεν κίνδυνος αλλά ήταν διαχειρίσιμος. Ως ΥΠΕΞ ανέφερε ουδέποτε έλαβε επιστολή από το ΥΠΑΜ για αλλαγή του χώρου ή του τρόπου φύλαξης του φορτίου του πλοίου.
 
Στην κατάθεση του ο Μάρκος Κυπριανού αναφέρει ακόμα ότι δεν υποδείχθηκε η αμεσότητα του κινδύνου από τα εμπορευματοκιβώτια και σημείωσε πως η μόνη φορά που συζήτησε το θέμα με τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας ήταν πριν μεταβεί στη Συρία το καλοκαίρι του 2009.  Ανέφερε επίσης ότι ούτε ο ίδιος ούτε το Υπουργείο του έτυχαν ενημέρωσης για την αλλοίωση του στρατιωτικού υλικού, ούτε είχαν αρμοδιότητα για τη φύλαξη.
 
Στη δική του ανακριτική κατάθεση ο 3ος κατηγορούμενος Σάββας Αργυρού, απαντούσε σε όλες τις ερωτήσεις ότι δεν έχει τίποτε να πει ενώ στη συνέχεια αναφέρθηκε σε συσκέψεις μεταξύ του ΥΠΑΜ και του ΥΠΕΞ στις οποίες συμμετείχε και ο πρώην υπεύθυνος Διεύθυνσης Υλικού Πολέμου του ΓΕΕΦ Συνταγματάρχης Γιώργος Γεωργιάδης. Μεταξύ άλλων ο κ. Αργυρού στην κατάθεση του είπε ότι δεν έλαβε μέρος σε καμία άλλη σύσκεψη ούτε έλαβε οποιαδήποτε απόφαση για το θέμα των εμπορευματοκιβωτίων εκτός από τη σύσκεψη που έγινε στις 12/2/2009. Αναφέρθηκε ακόμα ότι στις 4/7/2011 ενημερώθηκε ότι ένα από τα εμπορευματοκιβώτια ήταν διογκωμένο και σε σύσκεψη που πραγματοποιήθηκε στις 5/7/2011 δόθηκε εντολή για διάθεση ενός υδροφόρου οχήματος για κατάβρεξη του φορτίου.  
 
Στην πρώτη του κατάθεση και σε άλλες δύο συμπληρωματικές καταθέσεις, ο 6ος κατηγορούμενος Ανδρέας Λοϊζίδης ανέφερε μεταξύ άλλων ότι στις 6/7/2011 πήγε στη ναυτική βάση συνοδεύοντας τον Βοηθό Διευθυντή της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας Χαράλαμπο Χαραλάμπους και ενημερώθηκε μαζί με άλλους από τον Συνταγματάρχη Γεωργιάδη ότι τα 17 εμπορευματοκιβώτια περιείχαν αδρανή υλικά ενώ στα υπόλοιπα υπήρχε πυρίτιδα της οποίας ωστόσο η Εθνική Φρουρά δεν γνώριζε τη σύσταση της. Σημείωσε ότι η ομάδα ανέβηκε στα εμπορευματοκιβώτια οπότε και παρατήρησαν πως ένα από αυτά είχε μετακινηθεί 30 εκατοστά ενώ είχε επίσης ανοίξει η πόρτα του κατά 30 εκατοστά. Στη συνέχεια μετέβησαν στο Διοικητήριο της Βάσης όπου εκεί τους εξηγήθηκε το θέμα της αυτανάφλεξης ενώ τους λέχθηκε ότι η πυρίτιδα στα  πέντε χρόνια παρασκευής της καθίσταται ασταθής.
 
Σε συμπληρωματική του κατάθεση ο κ. Λοίζίδης έδωσε άλλα στοιχεία αφού όπως είπε στην πρώτη του κατάθεση βρισκόταν σε κατάσταση σοκ και ήταν αποπροσανατολισμένος. Μεταξύ άλλων ρωτήθηκε από την Αστυνομία για τις οδηγίες ασφάλειας και απάντησε ότι δεν γνωρίζει ποια είναι η απόσταση ασφαλείας που πρέπει να έχουν τα πυροσβεστικά οχήματα από μία έκρηξη ή πυρκαγιά που σύμφωνα με το εγχειρίδιο είναι περίπου 1600 μέτρα. Σε άλλο σημείο της κατάθεσης του ανέφερε επίσης ότι μετά την έκρηξη δεν έβρισκαν τα κλειδιά της αποθήκης της ΕΜΑΚ για να πάρουν από μέσα εκτοξευτήρες νερού για πυρόσβεση.
 
Είπε ακόμα ότι δεν θεωρεί πως έγιναν λάθη από μέρους της ΕΜΑΚ στο χειρισμό του επεισοδίου ενώ σε άλλη συμπληρωματική κατάθεση ανέφερε πως δεν θεωρεί ότι ο ίδιος προσωπικά ή η ΕΜΑΚ φέρουν ευθύνη. Την ευθύνη, συνέχισε, φέρουν αυτοί που αποφάσισαν να βάλουν τα εμπορευματοκιβώτια στο συγκεκριμένο χώρο χωρίς προφύλαξη ενώ σημείωσε πως τελικά αποδείχθηκε ότι το περιεχόμενο των κιβωτίων δεν ήταν πυρίτιδα αλλά βλήματα πυροβολικού. Στην κατάθεσή του ανέφερε ακόμα ότι ο Πυροσβέστης Ανδρέας Παπαδόπουλος ήταν έξυπνος και έμπειρος πυροσβέστης και γνώριζε ό,τι έπρεπε να γίνει για το περιστατικό. Πρόσθεσε ακόμα ότι οι διαβεβαιώσεις του Συνταγματάρχη Γεωργιάδη ότι η πυρίτιδα αναφλέγεται αλλά δεν εκρήγνυται καθώς και η παρουσία στη ναυτική βάση του Διοικητή του Ναυτικού αρχιπλοίαρχου Ανδρέα Ιωαννίδη και του Διοικητή της ναυτικής βάσης Λάμπρου Λάμπρου, καθησύχασαν τους φόβους του.
 
Στις 11.30 το Δικαστήριο διέκοψε τη συνεδρία του και με την επανέναρξη της η Κατηγορούσα Αρχή παρουσίασε τον δεύτερο μάρτυρα κατηγορίας, τον ΕΠΥ Δημήτρη Δούλα ο οποίος την ημέρα της έκρηξης υπηρετούσε στο πολεμικό πλοίο «Κερύνεια», που είχε πρόβλημα στη μηχανή και στάθμευε ανατολικά της προβλήτας του λιμανιού της βάσης. Με την εξέταση του κ. Δούλα από την Κατηγορούσα Αρχή προβλήθηκαν και τα δύο βίντεο τα οποία τράβηξε με το κινητό του τηλέφωνο.
 
Όπως είπε ο κ. Δούλας γύρω στις 04.00 το πρωί ο ναύτης Κυριάκου Παναγιώτης που ήταν μαζί του στο πλοίο του φώναξε να ανεβεί πάνω στο πλοίο γιατί «πιάσαν φωτιά τα κοντέϊνερς». Ανέφερε ακόμα ότι μαζί με τον Κυριάκου μετέβησαν στην κεντρική πύλη του στρατοπέδου και από εκεί στο φυλάκιο 3 που βρισκόταν πάνω από τα εμπορευματοκιβώτια σε απόσταση 100 μέτρων από αυτά και άρχισε να βιντεογραφεί τη φωτιά που είχαν πάρει τα κιβώτια με το κινητό του τηλέφωνο.
 
Ο μάρτυρας εξήγησε ότι κατέγραψε με το κινητό του αρχικά μια φλόγα γύρω στα τρία μέτρα και σημείωσε πως κάθε 40 δευτερόλεπτα υπήρχε ανάφλεξη που ακουγόταν σαν φύσημα και μεγάλωνε τη φωτιά και τις λάμψεις κατά 15 φορές. Η φωτιά εξήγησε στο Δικαστήριο προερχόταν από το πίσω μέρος των εμπορευματοκιβωτίων στην πάνω οροφή και σημείωσε ότι αρχικά οι φωτιές και οι εκρήξεις ήταν χωρίς κρότο. Στη συνέχεια από την πυρκαγιά πήραν φωτιά τα χόρτα που βρίσκονταν προς τη μεριά του Βασιλικού.
 
Ανέφερε ακόμα ότι μετά από λίγο στο σημείο μετέβη και ο ανθυπασπιστής Κλεάνθης Κλεάνθους, ο οποίος τον ρώτησε τι έκαναν και του απάντησε πως είχε πάρει τηλέφωνο την Πυροσβεστική Υπηρεσία. Στη συνέχεια όπως είπε ο Δούλας, ο Κλεάνθους πήρε τηλέφωνο κάποιον τον οποίο δεν γνώριζε ο ίδιος και του είπε πως «είχε πιάσει φωτιά το φουσκωμένο κοντέϊνερ», ενώ στη συνέχεια ανέφερε πως θα μιλούσε με τον Διοικητή. Ακολούθως ο Κλεάνθους μιλάει στο τηλέφωνο με τον Λάμπρου στον οποίο και είπε πως «είμαστε πολύ μακριά, είμαστε στη 3. Παίρνουν τα κιβώτια φωτιά. Θα πάρω να ενημερώσω τον Διοικητή Ναυτικού για να ξέρει τι γίνεται».
 
Στη συνέχεια ο Κλεάνθους κάνει και τρίτο τηλεφώνημα αυτή τη φορά στον Διοικητή του Ναυτικού, αρχιπλοίαρχο Ανδρέα Ιωαννίδη στον οποίο ανέφερε πως «κύριε διοικητά πήρε φωτιά το πρησμένο κιβώτιο, κατά διαστήματα βγάζει έντονη φωτιά, πήραν τα χόρτα γύρω,  το επικίνδυνο είναι να μην πάρουν τα άλλα κιβώτια φωτιά. Είμαι πάνω στην 3 και βλέπω την κατάσταση».
 
Σημειώνεται ότι όλοι οι διάλογοι που ακούγονταν καταγράφονταν από το κινητό τηλέφωνο του Δούλα ο οποίος βιντεογραφούσε την κατάσταση και ανέφερε ότι η φωτιά είχε μεγαλώσει από τα χόρτα που καίγονταν κάτω από τα εμπορευματοκιβώτια και ότι οι εκρήξεις που ακούγονταν στη συνέχεια είχαν διαφορετικό ήχο σαν να υπήρχαν μέταλλα μέσα.
 
Είπε ακόμα ότι οι πυροσβέστες δεν γνώριζαν τι υπήρχαν μέσα στα εμπορευματοκιβώτια αφού ρωτούσαν συνέχεια ο ένας τον άλλο «τι υπήρχε μέσα» σ’ αυτά. Ακολούθως μετέβη στο πλοίο που υπηρετούσε και στη συνέχεια άκουσε την έκρηξη το ωστικό κύμα της οποίας τον έριξε από τη μια πλευρά του πλοίου στην άλλη.
 
Στη συνέχεια η Κατηγορούσα Αρχή παρουσίασε τον 3ο μάρτυρα κατηγορίας, τον αστυφύλακα Κώστα Παπαγεωργίου που υπηρετεί στο ΤΑΕ Αρχηγείου και ο οποίος όπως ανέφερε κατέγραψε την κατάθεση του 4ου κατηγορούμενου Ανδρέα Νικολάου. Όπως είπε ο κ. Παπαγεωργίου σε όλες τις ερωτήσεις της Αστυνομίας ο Ανδρέας Νικολάου απαντούσε ότι δεν είχε να αναφέρει οτιδήποτε.
 
Ακολούθησε ο 4ος μάρτυρας κατηγορίας ο υπαστυνόμος του ΤΑΕ Αρχηγείου Ιωσήφ Κατσιολούδης ο οποίος έλαβε συμπληρωματική κατάθεση από τον 4ο κατηγορούμενο Ανδρέα Νικολάου ο οποίος ανέφερε πως ως υπηρεσία δεν είχαν καμία ενημέρωση για το πλοίο και το φορτίο του. Ο κ. Κατσιολούδης πήρε επίσης κατάθεση από τον 5ο κατηγορούμενο Χαράλαμπο Χαραλάμπους η οποία και διαβάστηκε στο δικαστήριο. Μεταξύ άλλων ο κ. Χαραλάμπους ανέφερε στην κατάθεσή του ότι δεν γνώριζε ποια ήταν η απόσταση ασφαλείας για την πυρίτιδα και πως στη διάρκεια της πολυετούς καριέρας του δεν είδε πυρομαχικά ή εκρηκτικά και ούτε επιθεώρησε στρατόπεδα.
 
Στην κατάθεση του ανέφερε ακόμα ότι μέχρι τις 6/7/2011 δεν γνώριζε την ύπαρξη των εμπορευματοκιβωτίων και ότι δέχθηκε εντολή από τον Διευθυντή της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας να πάει στη σύσκεψη στη ναυτική βάση και περνώντας από την ΕΜΑΚ πήρε μαζί του τον Διοικητή της ΕΜΑΚ Ανδρέα Λοϊζίδη. Σημείωσε ακόμα πως σύμφωνα με τον συνταγματάρχη Γεωργιάδη τα εμπορευματοκιβώτια δεν μπορούσαν να καταστραφούν γιατί ήταν πολιτική απόφαση να μην διασαλευθούν οι σχέσεις της Κύπρου με τη Συρία.
 
Σε ερώτηση της Αστυνομίας πως αξιολόγησε την κατάσταση όταν μετέβη στις 6/7/2011 στη ναυτική βάση, ο κ. Χαραλάμπους απάντησε ότι θεώρησε την κατάσταση εντελώς ακίνδυνη μετά από όσα άκουσε από τον Συνταγματάρχη Γεωργιάδη και ειδικά είπε όταν ανέβασε την ομάδα στην οποία συμμετείχε στο διογκωμένο εμπορευματοκιβώτιο. Είπε ακόμα ότι μετά την έκρηξη η κατάσταση ήταν εκτός ελέγχου, ότι δημιουργήθηκε ένας κρατήρας από την έκρηξη και ότι δεν συγκροτήθηκε κέντρο ελέγχου.
 
Σε ερώτηση της Αστυνομίας, ο κ. Χαραλάμπους, πάντοτε σύμφωνα με την κατάθεσή του, απάντησε πως δεν δέχεται ότι παρέλειψε να δώσει οδηγίες γιατί δεν γνώριζε τι υλικά υπήρχαν μέσα στα εμπορευματοκιβώτια και ότι δεν ήταν παρών στην έκρηξη για να εκτιμήσει την κατάσταση. Ανέφερε ακόμα ότι για την πυρίτιδα μπορούσαν να δώσουν λεπτομέρειες ο επικεφαλής της ομάδας των πυροσβεστών της ΕΜΑΚ Ανδρέας Παπαδόπουλος και οι στρατιωτικοί γιατί είχαν εμπειρία ενώ σημείωσε ότι ο ίδιος δεν είχε καμία εκπαίδευση στην αντιμετώπιση εκρηκτικών.
 
Σημειώνεται ότι η Κατηγορούσα Αρχή στο κείμενο των παραδεκτών γεγονότων αναφέρθηκε στον εντοπισμό του πλοίου και στις ενέργειες που έγιναν για μεταφορά του πλοίου “Monchegorsk”στο λιμάνι της Λεμεσού και την τοποθέτηση των 98 εμπορευματοκιβωτίων στη ναυτική βάση «Ευάγγελος Φλωράκης» στο Μαρί. Αναφέρθηκε επίσης στις επιστολές που αντηλλάγησαν μεταξύ του Υπουργείου Εξωτερικών, του Υπουργείου Αμυνας, της Νομικής Υπηρεσίας, των Τελωνειακών Αρχών, του Τμήματος Εμπορικής Ναυτιλίας και της Βουλής των Αντιπροσώπων.
 
Στα παραδεκτά γεγονότα αναφέρονται επίσης η συνάντηση που είχε με τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας ο Αμερικανός πρέσβης στην Κύπρο, η σύσκεψη που πραγματοποιήθηκε στις 6/2/2009 στο Προεδρικό υπό τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και στην οποία συμμετείχαν ο ΥΠΕΞ, ο ΥΠΑΜ, ο Βοηθός Γενικός Εισαγγελέας Ακης Παπασάββας, ο Επίτροπος Προεδρίας, ο Διευθυντής του Διπλωματικού Γραφείου του Προέδρου Χριστόφια, ο Αρχηγός του ΓΕΕΦ και ένας Γραμματέας.
 
Εγινε ακόμα αναφορά στη σύσκεψη που πραγματοποιήθηκε στις 7/2/2011 στο ΥΠΑΜ στην οποία παρευρέθηκαν οι δύο Υπουργοί , ο Αρχηγός του ΓΕΕΦ, ο Γ.Δ. ΥΠΑΜ, ο Διευθυντής του ΕΠΥΠΑΜ, οι Λεωνίδας Παντελίδης και Πανίκος Κούμνας του Διπλωματικού Γραφείου του Προέδρου της Δημοκρατίας και στελέχη του Υπουργείου Εξωτερικών, της Νομικής Υπηρεσίας, του Τμήματος Τελωνείων, του Υπουργείου Εμπορίου και της Λιμενικής και Ναυτικής Αστυνομίας. Η ανάγνωση των παραδεκτών γεγονότων ολοκληρώνεται με την επιστολή ημερομηνίας 2/3/2011 που απέστειλε ο Γ. Δ. ΥΠΑΜ προς τον Γ.Δ της Βουλής σχετικά με την ετήσια έκθεση της Γενικού Ελεγκτή της Δημοκρατίας για το έτος 2009 στο οποίο μεταξύ άλλων αναφέρεται στις παρατηρήσεις για τη φύλαξη του κατασχεθέντος φορτίου του πλοίου «Monchegorsk».
 
Υπενθυμίζεται ότι οι έξι κατηγορούμενοι είναι οι τέως Υπουργοί Εξωτερικών Μάρκος Κυπριανού και Αμυνας Κώστας Παπακώστα, ο τέως Υπαρχηγός της Εθνικής Φρουράς Σάββας Αργυρού, ο τέως Διευθυντής και Υποδιευθυντής της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας Αντρέας Νικολάου και Πάμπος Χαραλάμπους και ο τέως Διοικητής της ΕΜΑΚ Αντρέας Λοϊζίδης.
 
Η συνεδρία πραγματοποιήθηκε σε μια κατάμεστη από συγγενείς των θυμάτων και των κατηγορουμένων αίθουσα στην παρουσία ισχυρής αστυνομικής δύναμης. Η ακροαματική διαδικασία θα συνεχιστεί αύριο στις εννέα το πρωί
 

Συνεχίζεται ενώπιον του Μόνιμου Κακουργιοδικείου που συνεδριάζει στη Λάρνακα η δίκη για την τραγωδία στο Μαρί. Η σημερινή διαδικασία άρχισε με την ανάγνωση, από τους εκπροσώπους της Κατηγορούσας Αρχής, καταλόγου με τα παραδεκτά γεγονότα και από τις δυο πλευρές.

Λίγο πριν το μεσημέρι, ολοκληρώθηκε η κατάθεση του επικελευστή  Δημήτριου Δούλα, ο οποίος κατέγραψε με το κινητό του τηλέφωνο την ανάφλεξη στα εμπορευματικιβώτια. Στο δικαστήριο προβλήθηκαν δύο βίντεο με συγκλονιστικές εικόνες.

Μετά την πρώτη δικάσιμο όπου δικηγόροι υπεράσπισης ζήτησαν να προχωρήσουν σε εναρκτήρια δήλωση, το Κακουργιοδικείο απέρριψε το αίτημα τους,  η κατηγορούσα αρχή εξέφρασε τα παράπονα της για την μη κατάληξη σε παραδεχτά γεγονότα και κατατέθηκαν τελικά 152 τεκμήρια.

Για άλλη μία φορά πρώην Υπουργοί Στρατιωτικοί και Πυροσβέστες οδηγήθηκαν ενώπιον του κακουργιοδικείου υπό δρακόνται μέτρα ασφαλείας και με τους συγγενείς παρόντες να ζητούν δικαίωση για τον άδικο χαμό των αγαπημένων τους ανθρώπων.