Όπως αναφέρει το σχετικό δημοσίευμα, ο Έλληνας πρωθυπουργός θα προτείνει κατά τις συναντήσεις του με την Άνγκελα Μέρκελ και τον Φρανσουά Ολάντ τα μέτρα περιστολής των δημοσίων δαπανών να εκταθούν σε τέσσερα χρόνια αντί για δύο, ένα αίτημα που δεν αποκλείεται να πέσει στο τραπέζι και κατά τη συνάντησή του με τον Ζαν-Κλοντ Γιούνκερ την ερχόμενη Τετάρτη.
Εξάλλου, στο Μαξίμου προσπαθούν να περιλάβουν σε αυτόν το διπλωματικό μαραθώνιο του πρωθυπουργού συναντήσεις με την επικεφαλής του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου Κριστίν Λαγκάρντ, καθώς και με το πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας Μάριο Ντράγκι. Δεδομένη δε θεωρείται η επίσκεψη στην Αθήνα του Γάλλου υπουργού Οικονομικών Πιερ Μοσκοβισί περί τα μέσα Σεπτεμβρίου.
Βαρόμετρο όσον αφορά την ικανοποίηση του ελληνικού αιτήματος θα αποτελέσει η έκθεση της τρόικας, οι οποίοι επανέρχονται στην Αθήνα σε επίπεδο τεχνικού κλιμακίου στις 27 Αυγούστου και σε επίπεδο επικεφαλής μία εβδομάδα αργότερα. Για το λόγο αυτό, τα χρονοδιαγράμματα είναι ασφυκτικά και τόσο το Μαξίμου όσο και το υπουργείο Οικονομικών ασκούν έντονες πιέσεις προς όλα τα υπουργεία να οριστικοποιήσουν τις περικοπές που τους αναλογούν στο πλαίσιο του πακέτου των 11,6 δισ. ευρώ. Τα μέτρα θα πρέπει να είναι έτοιμα το αργότερο μέχρι την έλευση Γιούνκερ στην Αθήνα, προκειμένου να τεθούν υπ’ όψιν και των Ευάγγελου Βενιζέλου και Φώτη Κουβέλη.
Περαιτέρω, κύριο μέλημα στην κυβέρνηση είναι να σταλεί στους δανειστές ένα σαφές δείγμα γραφής όσον αφορά τη βούληση εφαρμογής των συμφωνηθέντων μεταρρυθμίσεων και περικοπών, ούτως ώστε να τύχει καλύτερης μεταχείρισης το αίτημα περί χρονικής επιμήκυνσης της δημοσιονομικής προσαρμογής τόσο στις επαφές του Αντώνη Σαμαρά όσο και, σε πρώτη φάση, στην άτυπη συνεδρίαση του Eurogroup στις 14 Σεπτεμβρίου στη Λευκωσία.
Ένα πρώτο εμπόδιο στον ανηφορικό δρόμο που πρέπει να διανυθεί μέχρι τότε θεωρείται ότι ξεπεράστηκε, με το οικονομικό επιτελείο να βάζει μάλλον θετικό πρόσημο στη δημοπρασία εντόκων γραμματίων 13 εβδομάδων, στην οποία προχώρησε την Τρίτη ο ΟΔΔΗΧ. Το ελληνικό Δημόσιο δανείστηκε μεν με αρκετά υψηλό επιτόκιο, ωστόσο άντλησε περίπου 4 δισ. έναντι των 3,125 που ζητούσε, καλύπτοντας με τον τρόπο αυτό και το ομόλογο που λήγει τη Δευτέρα (ύψους 3,2 δισ. ευρώ) και τις ταμειακές ανάγκες του κράτους.
Για τη χρονική επιμήκυνση της δημοσιονομικής προσαρμογής εκτιμάται πως η χώρα μας θα χρειαστεί επιπλέον 20 δισ. ευρώ, τα οποία, όπως αναφέρουν οι Financial Times, θα προκύψουν, σύμφωνα και με τις προσδοκίες της Αθήνας, από εκδόσεις ομολόγων, από το δάνειο του ΔΝΤ και ενδεχομένως από μια παράταση μέχρι το 2020 στην εξόφληση του πρώτου πακέτου στήριξης των 110 δισ., η αποπληρωμή του οποίου υποτίθεται ότι πρέπει να ξεκινήσει το 2016. Παρ’ όλα αυτά, το Βερολίνο επιμένει να θέτει εμπόδια, με τον Φίλιπ Ρέσλερ να επανακάμπτει και μέσω της διαδικτυακής έκδοσης του Spiegel να τονίζει πως η χώρα μας δεν θα λάβει περαιτέρω βοήθεια, αν δεν εφαρμόσει τις συμφωνημένες μεταρρυθμίσεις. Ο Γερμανός υπουργός Οικονομίας πρόσθεσε ότι η ελληνική κυβέρνηση το γνωρίζει και ότι ελπίζει πως ενεργεί με αυτό κατά νου. «Δεν θέλουμε η ελληνική κυβέρνηση να πτωχεύσει αλλά μπορούμε να αντιμετωπίσουμε τις συνέπειες εάν χρειαστεί», ανέφερε.
Σε κάθε περίπτωση, οι επόμενοι μήνες θα είναι κρίσιμης σημασίας, όπως δήλωσε στο Bloomberg ο Ευρωπαίος επίτροπος Οικονομικών και Νομισματικών Υποθέσεων Όλι Ρεν, σύμφωνα με τον οποίο για την κρίση χρέους στην Ευρωζώνη δεν υπάρχουν γρήγορες λύσεις, αλλά αντίθετα απαιτείται μακρά μεταρρυθμιστική προσπάθεια από πλευράς Ευρωπαϊκής Ένωσης.