Λίγο αργότερα και το Πεντάγωνο ανακοίνωνε την λήξη της αμερικανοτουρκικής συνεργασίας στο πρόγραμμα των F35, μέχρι τον Μάρτιο του 2020, και εν αντιθέσει με τον Ντόναλντ Τραμπ που αθώωσε την Αγκυρα, επέρριψε πλήρως την ευθύνη για την εν λόγω εξέλιξη στην επιμονή της Τουρκίας να παραλάβει τους S400.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες επιμένουν, ωστόσο, να βλέπουν ακόμη και τώρα την Τουρκία ως ένα σημαντικό και πολύτιμο σύμμαχο και επιθυμούν, όπως υπογραμμίζουν, την συνέχιση της στρατηγικής τους συνεργασίας.
Η επιλογή της Αγκυρας να παραλάβει τους S400, χάνοντας ως εκ τούτου τη θέση της ως χώρα παραγωγής των F35, θα της κοστίσει συνολικά εννέα δισεκατομμύρια δολάρια, σύμφωνα με τους πρώτους υπολογισμούς, παράλληλα με την απώλεια και θέσεων εργασίας καθώς και άλλων οικονομικών ευκαιριών που θα προέκυπταν για τη χώρα.
Η Αγκυρα κάλεσε, μάλιστα, την Ουάσινγκτον να ανακαλέσει άμεσα την απόφασή της, ενώ δεν άργησαν να αρχίσουν και τις απειλές, δηλώνοντας με νόημα ότι όταν μια πόρτα κλείνει μπορεί να ανοίξει μια άλλη.
Την έντονη δυσαρέσκεια της τουρκικής κυβέρνησης μετέφερε στον Σύμβουλο Εθνικής Ασφαλείας του Λευκού Οίκου ο Εκπρόσωπος του Τούρκου Προέδρου Ταγίπ Ερντογάν, τηλεφωνικώς.
Από τις εξελίξεις δεν έμεινε εκτός ούτε και αυτή τη φορά η Μόσχα, που λίγες μόνο ώρες μετά τις ανακοινώσεις του Λευκού Οίκου, εμφανίστηκε έτοιμη να παραχωρήσει στην Αγκυρα ως αντιστάθμισμα τα ρωσικά μαχητικά αεροσκάφη Sukhoi 35.
Την ίδια ώρα το ΝΑΤΟ, παρότι εκφράζει την ανησυχία του για τα τεκταινόμενα, συνεχίζει να κρατά ίσες αποστάσεις στο ζήτημα.
Θέμα ημερών θα πρέπει, πάντως, να θεωρούνται οι ανακοινώσεις και για άλλες κυρώσεις που θα επιβληθούν στην Αγκυρα από τις Ηνωμένες Πολιτείες στη βάση του νόμου CAATSA, όπως μεταδίδουν αμερικανικά μέσα.
Η Βουλή και η Γερουσία πιέζουν την αμερικανική διακυβέρνηση προς αυτή την κατεύθυνση, με κάποιους αξιωματούχους ωστόσο να εκτιμούν ότι μια τέτοια κίνηση θα οδηγούσε την Τουρκία ακόμη πιο βαθιά στην ρωσική αγκαλιά.