Οι εν λόγω πληροφορίες της Ευρωπαϊκής Ενωσης αναφέρουν χαρακτηριστικά ότι «υπάρχουν βάσιμες υποψίες» για επιτυχία της γεώτρησης του «Φατίχ», ενώ παραπέμπουν σε κοίτασμα, το οποίο φέρεται να φτάνει τα 170 δισεκατομμύρια κυβικά μέτρα.
Σημειώνουμε, πάντως, ότι γύρω από τις πληροφορίες αυτές υπάρχουν επιφυλάξεις, ενώ η Λευκωσία δεν επιβεβαιώνει τις πληροφορίες περί επιτυχούς γεώτρησης του Φατίχ στην κυπριακή ΑΟΖ, στη βάση και ενημέρωσης που φέρονται να έχουν οι κυπριακές αρχές από τρίτα κράτη.
Σε κάθε πάντως περίπτωση, οι εν λόγω ευρωπαϊκές πληροφορίες καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι «η Τουρκία δεν θα κάνει πίσω» στο ζήτημα της κυπριακής ΑΟΖ, διαπίστωση που φέρεται να είναι απολύτως βάσιμη, καθώς προσυπογράφεται από πολλά κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ενωσης, τα οποία είχαν την ευκαιρία να συνομιλήσουν με την τουρκική πολιτειακή ηγεσία τις τελευταίες μέρες.
Επέκταση μέτρων αναλόγως των εξελίξεων
Η διαπίστωση αυτή, για τη πρόθεση της Τουρκίας να εγκατασταθεί στη κυπριακή ΑΟΖ, αναδεικνύει τη μεγάλη πολιτική σημασία των αποφάσεων που λήφθηκαν για επιβολή κόστους προς την Αγκυρα, καθώς για πρώτη φορά μετά από 13 χρόνια, η Ευρωπαϊκή Ενωση στέλνει σαφές πολιτικό μήνυμα ότι δεν μπορεί να παρακολουθεί με σταυρωμένα χέρια τις έκνομες ενέργειες στην ανατολική Μεσόγειο.
Τα μέτρα που λήφθηκαν σε πρώτο χρόνο, δεν είναι μεν σκληρά, αλλά αποτελούν αναμφισβήτητα ένα πρώτο σημαντικό πλέγμα αποφάσεων που ανοίγει λογαριασμό, ο οποίος δυνητικά θα μπορεί να μεγαλώνει, όσο η Τουρκία συνεχίζει τις έκνομες ενέργειες στη κυπριακή ΑΟΖ.
Αυτός ήταν άλλωστε και ο στόχος του Νίκου Χριστοδουλίδη, εξασφαλίζοντας σε πρώτο χρόνο την επιβολή δέσμης πολιτικών/διπλωματικών μέτρων κατά της Τουρκίας και συντηρώντας ανοικτό τον δρόμο για την εξασφάλιση στοχευμένων μέτρων, δηλαδή νομικών κυρώσεων, σε δεύτερο χρόνο.
Κάτι που βεβαίως δεν θα γίνει με αυτοματισμούς, αλλά θα απαιτήσει πολύ σκληρή δουλειά, προκειμένου να ενεργοποιηθούν νομικές κυρώσεις, κατά προσώπων ή/και οντοτήτων.
Ενας μεγάλος αριθμός χωρών, μεταξύ των οποίων η Βρετανία και η Γερμανία, δεν επιθυμούν την επιβολή στοχευμένων μέτρων και θεωρούν ότι η λύση αναφορικά με την αποκλιμάκωση της έντασης, θα δοθεί μέσα από την επανέναρξη των απευθείας διαπραγματεύσεων για διευθέτηση του Κυπριακού.