Αυτό κατέδειξε η έρευνα που διενήργησαν η Διερευνητική Επιτροπή για τους Αγνοουμένους και η Διεθνής Επιτροπή του Ερυθρού Σταυρού, σχετικά με τις ανάγκες των οικογενειών αυτών. 170 συγγενείς Ε/κ και Τ/κ αγνοουμένων έλαβαν μέρος στην έρευνα. Το 33% δήλωσαν αβέβαιοι για το αν τα αγαπημένα τους πρόσωπα ζουν ή πέθαναν. 7% ισχυρίζονται ότι οι συγγενείς τους είναι εν ζωή και βρίσκονται κάπου αλλού.
«Ολα τούντα χρόνια ενόμιζα ότι η μάνα μου ήταν πελλή γιατί συνέχιζε να αγοράζει ρούχα και να τα βάλλει στο ερμάρι του αγνοούμενου αδερφού μου», ανέφερε αδερφός αγνοούμενου.
Παράλληλα το μέλος της ΔΕΑ Paul Henri Arni, δηλώνει ότι: «Οι οικογένειες των αγνοουμένων συχνά δεν έχουν φωνή τόσο στην Κύπρο, όσο και αλλού στον κόσμο. Θεωρήσαμε ότι είναι ευθύνη μας να μεταφέρουμε τη φωνή τους στις αρχές και σε όποιον μπορεί να τους βοηθήσει, με εμάς στη ΔΕΑ, για να απαλύνουμε τον μεγάλο τους πόνο.»
«Αυτό που οι οικογένειες υπογράμμισαν είναι η σημασία των απαντήσεων και όπου είναι δυνατόν, τη σημασία να αποκατασταθεί το ζήτημα εγγύτητάς τους με τα αγαπημένα τους αγνοούμενα πρόσωπα και κυρίως μέσω ενός προσβάσιμου τάφου, κοντά στα σπίτια τους», σημειώνει ο Λεωνίδας Παντελίδης.
Την ίδια ώρα ο Gulden Plumer Kucuk, αναφέρει πως «η ΔΕΑ ένιωσε ότι έπρεπε να γίνει η γέφυρα μεταξύ των αρχών και των οικογενειών, αφού μπορεί να κατανοήσει τα αισθήματα και τις ανάγκες των οικογενειών αυτών.»
Σημειώνεται δε, πως το κύριο συμπέρασμα της έρευνας είναι η ανάγκη των οικογενειών για απαντήσεις, καθώς και η επιστροφή των οστών των αγαπημένων τους προσώπων για ταφή.
«Τουλάχιστον άμα θα βρουν τα κόκκαλά του, θα μπορέσεις να τα δεις και να τα θάψεις. Μπορείς να τα θάψεις και να τα επισκέπτεσαι. Πού μπορώ να πάω να επισκεφθώ το γιο μου; Επηρεάζει με πολλά. Τόσο που δεν μπορείς να φανταστείς», τονίζει η μάνα ενός αγνοουμένου.
Η ΔΕΑ, με βάση τα ευρήματα, καλεί τις αρμόδιες αρχές όπως στηρίξουν τις οικογένειες των αγνοουμένων, τόσο ψυχολογικά όσο και οικονομικά.