Η επιστολή προς τον Γενικό Γραμματέα η οποία στάλθηκε στις 2 Μαΐου μία μέρα δηλαδή πριν ο Πορθητής χαράξει ρότα για τον Ακάμα, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας αναφέρει κατά λέξη:
«Επικοινωνώ μαζί σας για να σας μεταφέρω τις τελευταίες ανησυχητικές εξελίξεις σχετικά με τις τουρκικές παράνομες ενέργειες στη θαλάσσια ζώνη της Κυπριακής Δημοκρατίας, οι οποίες μας δημιουργούν επείγουσα ανησυχία. Σε συνέχεια των τουρκικών παράνομων σεισμικών ερευνών στην ΑΟΖ της Κυπριακής Δημοκρατίας και την έντονη στρατικοποίηση των εν λόγω περιοχών, έχουμε λάβει πληροφορίες ότι η Τουρκία προτίθεται να προχωρήσει σε διερευνητικές γεωτρήσεις σε περιοχές που εμπίπτουν εντός της υφαλοκρηπίδας και της ΑΟΖ της Κυπριακής Δημοκρατίας. Είμαι σίγουρος ότι συμφωνείται ότι αν η Τουρκία προχωρήσει σε τέτοια πρωτόγνωρη παράνομη ενέργεια, θα αποτελούσε παραβίαση κυριαρχικών δικαιωμάτων της Κυπριακής Δημοκρατίας και του Διεθνούς Δίκαιου και τάξης, περιλαμβανομένης της σύμβασης για το Δίκαιο Θαλάσσης, οι πρόνοιες του οποίου έχουν προ πολλού καταστεί εθιμικό δίκαιο. Θα αποτελούσε παράλληλα απειλή κατά της ειρήνης και τη διεθνή ασφάλεια, σε πλήρη αντίθεση πάντα με την Χάρτα των Ηνωμένων Εθνών. Επιπλέον, αν η Τουρκία υλοποιήσει τα πιο πάνω, θα αποτελέσει ένα καταστροφικό πλήγμα στις εν εξελίξει προσπάθειες των Ηνωμένων Εθνών για επανέναρξη των διαπραγματεύσεων, με στόχο την επίτευξη συνολικής λύσης, για τις οποίες είμαστε έντονα δεσμευμένοι.»
Εμφανή παράλληλα είναι η προσπάθεια του Προέδρου να θέσει τον ΓΓ και τα Η.Ε. ενώπιον των ευθυνών τους. Ολοκληρώνοντας, σημειώνει, «επιθυμώ να τονίσω ότι αναμένουμε την άμεση δράση και λήψη των απαραίτητων μέτρων από τα Ηνωμένα Έθνη ως θεματοφύλακα της διεθνούς ειρήνης, ούτως ώστε να αποτραπεί η Τουρκία από το να προχωρήσει στις παράνομες ενέργειες της. Αυτό δεν είναι μόνο απαραίτητο για το σεβασμό των δικαιωμάτων ενός κράτους μέλους των Ηνωμένων Εθνών, αλλά επίσης για τη διασφάλιση του Διεθνούς Δικαίου, των Αρχών και Αξιών που εδράζονται τα Ηνωμένα Έθνη, ως επίσης και της διατήρησης της προοπτικής επανέναρξης των διαπραγματεύσεων για επανένωση της Κύπρου.»
Να σημειωθεί πως η αποστολή της επιστολής ακολούθησε το σύντομο τετ α τετ του προέδρου Αναστασιάδη με τον Αντόνιο Γκουτέρες στο Πεκίνο, το Μεγάλο Σάββατο, στο περιθώριο του φόρουμ για τον δρόμο του μεταξιού.
Σε σχέση τώρα με αυτή τη συνάντηση εκείνο που προκύπτει είναι ότι λόγος που η τουρκική πλευρά απέρριψε την τελευταία διαδικαστική πρόταση της κυρίας Λουτ, για μία άτυπη συνάντηση με την σύνθεση του Κραν Μοντανά, είναι η καινοφανής διαφωνία της με την συμμετοχή σε αυτήν και της ΕΕ.
Στην διάρκεια δε της συζήτησης ο πρόεδρος εισηγήθηκε πως μία λύση θα ήταν ο ίδιος ο κος Γκουτέρες να πάρει τη πρωτοβουλία και να προσκαλέσει στη Νέα Υόρκη τον ίδιο και τον Μουσταφά Ακιντζί για μία νέα τριμερή συνάντηση, πρόταση που ο κος Γκουτέρες έδειξε, από τις πρώτες του αντιδράσεις να υιοθετεί.
Όλα αυτά ωστόσο πριν από την νέα προκλητική ενέργεια της Τουρκίας και την εισβολή του Πορθητή στην Κυπριακή ΑΟΖ. Επιστολές με ανάλογο περιεχόμενο, όπως αυτό που αποκαλύπτουμε, στάλθηκαν και στους αντιπροσώπους των πέντε μονίμων μελών του Συμβουλίου Ασφαλείας.