Έντονη αντιπαράθεση μεταξύ Κυβέρνησης και του Αντιπροέδρου του ΔΗΚΟ ξέσπασε με αφορμή την απομάκρυνση από την Κύπρο του Προγράμματος Ταυτοποίησης Αγνοουμένων Προσώπων.
Ο Αντιπρόεδρος του ΔΗΚΟ Νικόλας Παπαδόπουλος, σε γραπτή του δήλωσε έκανε λόγο για εμφανή πρόθεση του Κυβερνητικού Εκπροσώπου να αποσείσει τις βαρύτατες ευθύνες του Προέδρου της Δημοκρατίας και του Προεδρικού Επιτρόπου Γιώργου Ιακώβου για αυτή την εξέλιξη «νίπτοντας τας χείρας» τους και παρουσιάζοντας το θέμα ως μια διαμάχη ανάμεσα στο Ινστιτούτο Νευρολογίας και Γενετικής και τη ΔΕΑ.
Στην ανακοίνωση του ο Αντιπρόεδρος του ΔΗΚΟ αναφέρει πως τα γεγονότα είναι πολύ διαφορετικά αλλά και πως τα ερωτήματα σε σχέση με το πως φτάσαμε ως εδώ πολύ συγκεκριμένα.
«Ηταν ή δεν ήταν ενήμερος ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας και ο κ. Ιακώβου για τα προβλήματα που δημιουργούσαν τα Ηνωμένα Έθνη, τα τελευταία δύο τουλάχιστον χρόνια; Συμμετείχε ή δεν συμμετείχε ο κ. Ιακώβου στις διαπραγματεύσεις ανάμεσα στη ΔΕΑ και το Ινστιτούτο Νευρολογίας και Γενετικής; Tο Ινστιτούτο Νευρολογίας και Γενετικής προειδοποιούσε ή όχι για την προκλητική στάση των Ηνωμένων Εθνών, την οποία σήμερα παραδέχτηκε και ο ίδιος ο Κυβερνητικός Εκπρόσωπος; Και αν ναι, ποιες ήταν οι ενέργειες της Κυβέρνησης; Γιατί ο Πρόεδρος άφησε κενή τη θέση του Ελληνοκύπριου Εκπρόσωπου στη ΔΕΑ για περισσότερο από 6 μήνες και μάλιστα στην πιο κρίσιμη φάση των εξελίξεων; Εφόσον σήμερα ο Κυβερνητικός Εκπρόσωπος έκανε λόγο για όρους από το Τρίτο Μέλος της ΔΕΑ (δηλαδή τα Ηνωμένα Έθνη) ‘που δεν ήταν εύκολο για το Ινστιτούτο Νευρολογίας και Γενετικής να τους αποδεχθεί’, τότε γιατί ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας επέλεγε μέχρι πρόσφατα να επιτίθεται στον Πρόεδρο και το Διευθυντή του Ινστιτούτου ‘αδειάζοντας’ τους προκλητικά στα μάτια των Ηνωμένων Εθνών και της κοινής γνώμης;
Έκανε διαβήματα προς τα Ηνωμένα Έθνη ο Πρόεδρος Χριστόφιας όταν διαπίστωνε την προκλητική συμπεριφορά του 3ου Μέλους και αν ναι, πότε γίνονταν αυτά τα διαβήματα και με πόση ένταση;» είναι τα ερωτήματα που τίθενται, σε σχέση με το που έχουν οδηγηθεί τα πράγματα, σύμφωνα με τον Αντιπρόεδρο του ΔΗΚΟ.
Παράλληλα ο κ. Παπαδόπουλος σημειώνει πως υπάρχει όμως και ένα κρίσιμο ερώτημα που αφορά το μέλλον και το οποίο έχει να κάνει με το «τι προτίθεται να πράξει ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας και η Κυβέρνηση με το αρχείο γενετικού υλικού το οποίο κατέχει το Ινστιτούτο Νευρολογίας και Γενετικής και το οποίο είναι πλέον ίσως το μόνο διαπραγματευτικό χαρτί της πλευράς μας στο θέμα αυτό;» Διερωτάται τέλος κατά πόσο είναι η θέση του Δημήτρη Χριστόφια ότι οι συγγενείς των αγνοουμένων μας πρέπει να στείλουν το γενετικό τους υλικό στη Βοσνία.
Στ. Στεφάνου: "Εχετε χάσει την αξιοπιστία σας".
Αμεση ήταν η απάντηση του Κυβερνητικού Εκπροσώπου Στέφανου Στεφάνου στις επικρίσεις που διατύπωσε κατά της Κυβέρνησης αναφορικά με το θέμα της ταυτοποίησης λειψάνων αγνοουμένων ο Αντιπρόεδρος του ΔΗΚΟ Νικόλας Παπαδόπουλος.
Σε γραπτή του δήλωση ο κ. Στεφάνου ανέφερε πως η κριτική για κάθε υπαρκτό ή και ανύπαρκτο θέμα που καθημερινά εκτοξεύει ο κ. Νικόλας Παπαδόπουλος εναντίον της Κυβέρνησης, προ πολλού έχει χάσει την αξιοπιστία της, γιατί είναι κακόπιστη και αυθαίρετη».
Στη δήλωση του ο Κυβερνητικός Εκπρόσωπος σημειώνει ότι «το πρόγραμμα ταυτοποίησης είναι θέμα μεταξύ της ΔΕΑ και του Ινστιτούτου Γενετικής το οποίο είναι ανεξάρτητο δικοινοτικό ίδρυμα», γεγονός, που, όπως προσθέτει», γνωρίζει πολύ καλά ο κ. Παπαδόπουλος, ο οποίος ξανά έχει επιλέξει το δρόμο της δημαγωγίας και της συκοφαντίας».
Ο Κυβερνητικός Εκπρόσωπος αναφέρει ότι παρότι δεν ήταν στο χέρι της οι αποφάσεις, εντούτοις η Κυβέρνηση έκανε πάρα πολλές προσπάθειες για να ξεπεραστούν οι διαφωνίες και τα προβλήματα μεταξύ των δύο μερών. «Το ότι τελικά προσφέρθηκε συμβόλαιο στο Ινστιτούτο χωρίς διαδικασίες, αυτό οφείλεται στις ενέργειες της Κυβέρνησης και προσωπικά του Προέδρου της Δημοκρατίας» σημειώνει, για να καταλήξει ότι «αν το Ινστιτούτο υπέγραφε το συμβόλαιο, τότε το πρόγραμμα θα παρέμενε στην Κύπρο».
Η θέση του Ινστιτούτου Γενετικής
Εξάλλου, το Ινστιτούτο Νευρολογίας και Γενετικής Κύπρου, σε δελτίο Τύπου εκφράζει βαθιά λύπη, για το γεγονός ότι δεν κατέστη δυνατή η συνέχιση της συνεργασίας του με τη ΔΕΑ/UNDP στο Πρόγραμμα Ταυτοποίησης Λειψάνων Αγνοουμένων και Πεσόντων.
Στο δελτίο Τύπου τοπ ΙΝΓΚ υπενθυμίζει ότι το πρόγραμμα γενετικής ταυτοποίησης των Αγνοουμένων είχε αναληφθεί από το ΙΝΓΚ το 1996, με μοναδικό γνώμονα την προσφορά της εμπειρογνωμοσύνης και των υποδομών του, προς επίλυση του ανθρωπιστικού αυτού προβλήματος που αφορά πολλούς συμπατριώτες μας., αναφέροντας πως «όλα αυτά τα χρόνια, διεκπεραίωνε τις υποχρεώσεις του στο ακέραιο, με συνέπεια και υπευθυνότητα, χρησιμοποιώντας πάντα τις πλέον σύγχρονες και ορθές επιστημονικές πρακτικές».
Προστίθεται ωστόσο πως δυστυχώς από τις αρχές του 2011, αφότου δηλαδή έληξε το τελευταίο συμβόλαιο, η ΔΕΑ/UNDP αποφάσισε να αλλάξει το συμβόλαιο που υπέγραφε τα τελευταία χρόνια με το ΙΝΓΚ και να προτείνει νέο συμβόλαιο, νέες διαδικασίες ταυτοποιήσεων και νέα αρχιτεκτονική του προγράμματος.
Σημειώνοντας πως καθώς έκρινε ότι πρόκειται για ένα ευαίσθητο, εθνικό και ανθρωπιστικό πρόγραμμα, ενήργησε με ιδιαίτερη ευελιξία και πρωτοφανή ανοχή και αποδέχτηκε τις πολλές και σοβαρές απαιτήσεις που έθετε κατά καιρούς η ΔΕΑ/UNDP, το ΙΝΓΚ και υποδεικνύει πως παρά το γεγονός ότι αποδεχόταν όπως ακριβώς προτάθηκαν κατά καιρούς από τη ΔΕΑ/UNDP όλα τα συμβόλαια και διαδικασίες, δυστυχώς δεν υπεγράφη συμφωνία «ακριβώς επειδή η ΔΕΑ/UNDP παρουσίαζε κάθε φορά νέους όρους και νέες προϋποθέσεις».
Σύμφωνα πάντα με το δελτίο Τύπου, την περασμένη εβδομάδα και για πολλοστή φορά, δόθηκαν στο ΙΝΓΚ νεότερες προτάσεις οι οποίες δεν έγιναν αποδεκτές από το Διοικητικό Συμβούλιο, για πολύ σοβαρούς επιστημονικούς λόγους αλλά και για λόγους αρχής.