Ομόφωνα όχι, σε όλους είπε το Ανώτατο Δικαστήριο. Αφήνοντας αναλλοίωτη την απόφαση του Κακουργιοδικείου Λευκωσίας, τόσο για την ενοχή των τεσσάρων, όσο και για τις ποινές που τους επιβλήθηκαν από το Μόνιμο κακουργιοδικείο, το Ανώτατο απέρριψε όλες τις εφέσεις που κατέθεσαν.
Έτσι, παραμένει η απόφαση για τον Ρίκκο Ερωτοκρίτου που έχει καταδικαστεί σε 3,5 χρόνια φυλακή, Παναγιώτη Νεοκλέους σε 2,5 χρόνια φυλακή, Ανδρέα Κυπρίζογλου σε 18 μήνες με αναστολή και στο δικηγορικό γραφείο Νεοκλέους, η χρηματική ποινή των εβδομήντα χιλιάδων ευρώ.
«Είναι η κατάληξή μας ότι οι εφέσεις όλων αποτυγχάνουν και απορρίπτονται.»
Στην 217 σελίδων απόφαση του και στο πλαίσιο εξέτασης των λόγων έφεσης του Ρίκκου Ερωτοκρίτου αναφορικά με το ζήτημα της δίκαιης δίκης, το τριμελές εφετείο του Ανώτατου Δικαστηρίου, εκθειάζει την στάση που τήρησε ο Γενικός Εισαγγελέας Κώστας Κληρίδης, σημειώνοντας πως αποστασιοποιήθηκε ορθά παρά τη σχέση του με τα γεγονότα.
«Ξεκάθαρα συνάγεται ότι ο Γενικός Εισαγγελέας, κινούμενος σε λεπτές γραμμές, ενήργησε, καθόλα, άμεμπτα. Σεβόμενος πλήρως το τεκμήριο της αθωότητος, δεν προδίκασε ο,τιδήποτε σε σχέση με την πορεία και την τελική έκβαση της όλης υπόθεσης.» αναφέρει το Ανώτατο.
Χαρακτήρισε, δε, τον τρόπο με τον οποίο οι ανακριτές χειρίστηκαν την ποινική έρευνα, αψεγάδιαστο.
«Η ποινική έρευνα διεξάχθηκε κατά τρόπο αποτελεσματικό από ανεξάρτητους ποινικούς ανακριτές, οι οποίοι ενήργησαν, κατά τρόπο αψεγάδιαστο και καθόλα δίκαιο προς τους εμπλεκόμενους στην έρευνα.»
Απορρίπτοντας την έφεση Ρίκκου Ερωτοκρίτου που αφορούσε την ασυλία του ως βοηθού γενικού Εισαγγελέως, το Ανώτατο απεφάνθη πως δεν έχει ασυλία ο Βοηθός Εισαγγελέας, αλλά έχει την ίδια θεσμική ιδιότητα με τους δικαστές του Ανώτατου Δικαστηρίου. Τονίζοντας πως το Κακουργιοδικείο ενήργησε ορθά και επέβαλε την αρμόζουσα τιμωρία.
«Ο εφεσείων, ανεξάρτητος αξιωματούχος της Δημοκρατίας, περιβεβλημένος με συνταγματικές εξουσίες άμεσα συνυφασμένες με την πάταξη του εγκλήματος και, ευρύτερα, την ορθή απονομή της Δικαιοσύνης, ενεπλάκη, έχοντας ευτελή κίνητρα, σε κολάσιμες πράξεις δεκασμού και διαφθοράς, κλονίζοντας την εμπιστοσύνη της κοινωνίας στους θεσμούς πάταξης του εγκλήματος και δυναμιτίζοντας το θεμέλιο της Δικαιοσύνης.»
Κατά την έναρξη της ανάγνωσης της απόφασης, το Ανώτατο χαρακτήρισε την υπόθεση πρωτοφανή.