Τηλεόραση Ραδιόφωνο Podcasts

Σε αναβρασμό τέθηκαν η Μέση Ανατολή και ο Αραβικός κόσμος, αλλά και η Ευρώπη και το σύνολο της υφηλίου, από την πρώτη στιγμή της ανακοίνωσης ότι ο Ντόλαντ Τραμπ επρόκειτο να αναγνωρίσει την Ιερουσαλήμ ως πρωτεύουσα του Ισραήλ, μεταφέροντας εκεί την πρωτεύουσα των Ηνωμένων Πολιτειών.

Η αντιπροσωπεία των Παλαιστινίων στον Αραβικό Σύνδεσμο έχει ζητήσει έκτακτη σύνοδο των Υπουργών Εξωτερικών του οργανισμού, η οποία τοποθετείται για το ερχόμενο Σάββατο. Παρόμοιο αίτημα υπέβαλε και η Ιορδανία που θεωρείται ο φύλακας των ιερών τόπων των μουσουλμάνων στα Ιεροσόλυμα.

Ο Απεσταλμένος των Ηνωμένων Εθνών για τη Μέση Ανατολή, Νικολάϊ Μλαντένοφ, υπέδειξε πως το μέλλον της Ιερουσαλήμ θα πρέπει να συμφωνηθεί από το Ισραήλ και τους Παλαιστινίους. Ενώ η θέση της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι πως η απόφαση θα διαταράξει την ειρήνη στην περιοχή.

H Φεντερίκα Μογκερίνι είπε ότι «Η Ευρωπαϊκή Ένωση υποστηρίζει την προώθηση μιας ουσιαστικής ειρηνευτικής διαδικασίας με τη δημιουργία δυο κρατών. Πιστεύουμε ότι οποιαδήποτε κίνηση που θα υποσκάπτει αυτή την προσπάθεια, πρέπει να αποφευχθεί εξ ολοκλήρου.»

 «Το καθεστώς της Ιερουσαλήμ πρέπει να καθοριστεί μέσω διαπραγματεύσεων μεταξύ των Ισραηλινών και των Παλαιστινίων.» είπε η Τερέζα Μέι.

Ο Μάρτιν Σουλτς είπε ότι «Ανησυχούμε ότι η σύγκρουση μεταξύ Ισραηλινών και Παλαιστινίων θα μπορούσε να χειροτερεύσει και οι συνέπειες να είναι πολύ περισσότερες.»

Κατά της απόφασης τάχθηκε το σύνολο των συμμάχων των Ηνωμένων Πολιτειών, από την Αίγυπτο, μέχρι το Κατάρ και τη Σαουδική Αραβία, ενώ προσπάθεια για ακύρωση της απόφασης κατέβαλε ο Πρόεδρος της Τουρκίας, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, ο οποίος επικοινώνησε τηλεφωνικώς με τους ηγέτες του Ιράν, της Μαλαισίας και της Τυνησίας.

Ο Αντιπρόεδρος της χώρας, Μπεκίρ Μποστάγ, είπε πως η απόφαση «θα βυθίσει την περιοχή και τον κόσμο σε μια φωτιά χωρίς τέλος», ενώ την ανησυχία της Τουρκίας μετέφερε ο Υπουργός Εξωτερικών, Μεβλούτ Τσαβούσογλου, στον Αμερικανό ομόλογό του, Ρεξ Τίλερσον, με τον οποίο συναντήθηκε στην έδρα του ΝΑΤΟ στις Βρυξέλλες.

«Θα ήταν ένα σοβαρό λάθος, ένα σοβαρό λάθος, δεν θα φέρει σταθερότητα ειρήνης αλλά μάλλον χάος και αστάθεια.» είπε.

Και η Κίνα εξέφρασε τη διαφωνία της, ενώ από τη Ρωσία ο Πρόεδρος Βλαντιμίρ Πούτιν επικοινώνησε με τον Πρόεδρο της Παλαιστινιακής Αρχής Μαχμούντ Αμπάς, και ανέφερε ότι η χώρα του υποστηρίζει την επανέναρξη των συνομιλιών ανάμεσα στους Παλαιστινίους και τους Ισραηλινούς.

Καθώς όλη η Μέση Ανατολή μετατράπηκε εν μία νυχτί σε καζάνι που βράζει, παρέμβαση εκδηλώθηκε και από τον Πάπα Φραγκίσκο, ενώ απευθυνόταν σε Παλαιστίνιους οι οποίοι επισκέπτονται το Βατικανό.

«Οι σκέψεις μου εκτείνονται προς την Ιερουσαλήμ. Και από αυτής της άποψης, δεν μπορώ να κρύψω τη βαθιά ανησυχία μου, για την κατάσταση που έχει διαμορφωθεί τις τελευταίες ημέρες, και εν τω μεταξύ απευθύνω δραματική έκκληση σε όλους να σεβαστούν το status quo της πόλης.»

Ως κήρυξη πολέμου εναντίον τους, ερμηνεύουν οι Παλαιστίνιοι την απόφαση του Ντόναλντ Τραμπ, και ξεχύθηκαν κατά χιλιάδες στους δρόμους της Γάζας διαδηλώνοντας.

Οι οργανώσεις των Παλαιστινίων, η μία μετά την άλλη, καταδίκασαν και προειδοποιούν.

Ο Εκπρόσωπος Χαμας είπε ότι «Είναι μια επικίνδυνη απόφαση, καθώς πρόκειται για μια επίθεση ενάντια στο δικαίωμα των Παλαιστινίων, των Αράβων, των Μουσουλμάνων επί της Ιερουσαλήμ, και προετοιμάζει το έδαφος για την εδραίωση του ακραίου Εβραϊκού κράτους και για την εβραιοποίηση και άλλων παλαιστινιακών, αραβικών και μουσουλμάνικών ιερών τόπων.»

Ο Ανώτερος υπάλληλος Φαταχ είπε ότι «Θα προχωρήσουμε σε καταγγελία στο Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών για παραβίαση του διεθνούς δικαίου, αν ο Πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών Ντόναλντ Τράμπα αναγνωρίσει την Ιερουσαλήμ ως πρωτεύουσα του Ισραήλ.»

Ενώ οι πληροφορίες ήθελαν τον Πρωθυπουργό του Ισραήλ να μην τοποθετείται επισήμως, στα ισραηλινά μέσα ενημέρωσης αναρτήθηκε βίντεο όπου εμφανίζεται να κάνει λόγο για μία σημαντική ημέρα για το Ισραήλ.

«Η ιστορική και εθνική ταυτότητα του Ισραήλ προσλαμβάνει σημαντικές διαστάσεις κάθε μέρα, αλλά κυρίως σήμερα.»

Αξίζει να αναφερθεί ότι η κίνηση του ενοίκου του Λευκού Οίκου έχει διχάσει και την αμερικανική Κυβέρνηση, ενώ πληθώρα είναι οι αντιδράσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.