Τα αρμόδια όργανα των δύο συνδικαλιστικών οργανώσεων θα συνεδριάσουν στο οίκημα της ΣΕΚ, γύρω στο μεσημέρι της Τρίτης.
Σε χθεσινή γραπτή δήλωσή του μετά τη συνάντηση που είχε με αντιπροσωπείες των δύο συντεχνιών, ο Υπουργός Οικονομικών ανέφερε ότι περαιτέρω μισθολογικές αυξήσεις θα μπορούσαν να συζητηθούν το επόμενο έτος, υποδεικνύοντας πως η παραχώρηση μισθολογικών αυξήσεων στους ημικρατικούς οργανισμούς παραμονές εκλογών θα σηματοδοτούσε την επιστροφή σε κακές πρακτικές του παρελθόντος.
Από την πλευρά τους οι επικεφαλής των δύο συντεχνιών ΣΕΚ και ΠΕΟ διεμήνυσαν ότι δεν απομένει άλλη επιλογή παρά ο μεταξύ τους συντονισμός για λήψη μέτρων.
Απαντώντας σε ερώτηση για το ποια θα είναι τα μέτρα που θα λάβουν οι συντεχνίες, ο ΓΓ της ΠΕΟ Πάμπης Κυρίτσης είπε πως «θα είναι αποφάσεις διεκδίκησης εκείνων τα οποία θεωρούμε ότι δικαιούμαστε».
Σε ερώτηση αν είναι στο «τραπέζι» οι απεργιακές κινητοποιήσεις, ο ΓΓ της ΣΕΚ Ανδρέας Μάτσας είπε πως «υπάρχει τεράστια διάσταση για άμεση κατάληξη, οπότε τα πάντα βρίσκονται στο τραπέζι σε σχέση με τον τρόπο αντίδρασης και διεκδίκησης».
Οι συντεχνίες υποστηρίζουν ότι στη Συμφωνία Πλαίσιο που υπέγραψαν με την Κυβέρνηση τον περασμένο Ιανουάριο περιλήφθηκε Μηχανισμός διασύνδεσης του μισθολογίου με την αύξηση του ονομαστικού ΑΕΠ και ότι διαπιστώνεται από τα οικονομικά στοιχεία πως πέρα της παραχώρησης των προσαυξήσεων και του 50% της ΑΤΑ, υπάρχει ένα περιθώριο πέραν του 2% για παραχώρηση από την Κυβέρνηση γενικών αυξήσεων για το 2018.
ΣΕΚ και ΠΕΟ έχουν ζητήσει από τον Υπουργό αντί για την παραχώρηση γενικών αυξήσεων να μειώσει τις αποκοπές που έχουν επιβληθεί στους μισθούς των εργαζομένων και να διαφοροποιήσει τα επιδόματα και τις υπερωρίες.
Σύμφωνα με τη ΣΗΔΗΚΕΚ ΠΕΟ, με βάση τη συμφωνία πλαίσιο και τα ευρήματα του Μηχανισμού που συστάθηκε και ο οποίος διαπίστωσε ότι για τα έτη 2017-2018 υπάρχει ένα περιθώριο πέραν των προσαυξήσεων και του τιμαρίθμου, ύψους 2%, οι Συντεχνίες διεκδικούν όπως αυτό αξιοποιηθεί για την επαναφορά μικρού μέρους από τις αποκοπές μισθών αρχίζοντας από τους χαμηλά αμειβόμενους, την επαναφορά επιδομάτων και του τρόπου υπολογισμού των υπερωριών και την επίλυση ειδικών θεμάτων που αφορούν στρεβλώσεις σε βάρος εργαζομένων.
Η Συμφωνία αφορούσε περίπου 24 χιλιάδες εργαζομένους και συνταξιούχους των ημικρατικών οργανισμών, της τοπικής αυτοδιοίκησης και το ωρομίσθιο κυβερνητικό προσωπικό.