Τηλεόραση Ραδιόφωνο Podcasts

Πράματα και θάματα ακούστηκαν στο επαρχιακό δικαστήριο Λεμεσού, ενώπιον του οποίου οδηγήθηκαν οι έντεκα ύποπτοι σε σχέση με το σκάνδαλο των πέντε εκατομμυρίων του ΤΕΠΑΚ, και το οποίο αφορά ερευνητικά προγράμματα που χρηματοδοτήθηκαν από την Ευρωπαϊκή Ένωση. 

Ο ανακριτής της υπόθεσης Λοχίας Χαράλαμπος Χαραλάμπους, παρουσιάζοντας το αίτημα της αστυνομίας για οκταήμερη κράτηση των υπόπτων αναφέρθηκε σε προσυμφωνημένες προσφορές, για πλαστά τιμολόγια για εργασίες που δεν έγιναν ποτέ ή έμειναν ημιτελής, πλαστές υπογραφές, αχρείαστα ταξίδια στο εξωτερικό με υψηλά μπόνους μέχρι και απειλές για βόμβες.Κατονόμασε ως εγκέφαλο της υπόθεσης την πρώην λειτουργό του ΤΕΠΑΚ που χειριζόταν το θέμα των ερευνητικών προγραμμάτων. Τόνισε μάλιστα ότι στο φαγοπότι μετείχαν και στενά συγγενικά της πρόσωπα τα οποία πληρώνονταν από το ίδρυμα: «Υπάρχει γραπτή μαρτυρία από δύο πρόσωπα ότι όλες οι πληρωμές που έλαβαν από το ΤΕΠΑΚ, κατέληξαν στην πρώτη ύποπτη την οποία συναντούσαν στο σπίτι τους ή στο δικό της σπίτι. Η πρώτη ύποπτη κατεύθυνε τις προσφορές που θα υποβάλλονταν σε συγκεκριμένα προγράμματα». 

Ο ανακριτής της υπόθεσης έκανε λόγο για πανάκριβα και αχρείαστα ταξίδια της πρώην λειτουργού και απαιτήσεις της όπως εργοδοτηθούν από το πανεπιστημιακό ίδρυμα πρόσωπα του στενού της οικογενειακού περιβάλλοντος. Σύμφωνα με μαρτυρία που κατέχει η αστυνομία και ακούστηκε στο δικαστήριο, η ύποπτη έλαβε αποζημιώσεις για 37 συνολικά ταξίδια ποσό πέραν των είκοσι χιλιάδων ευρώ σε αντίθεση με τους υπόλοιπους λειτουργούς της υπηρεσίας της που ταξίδεψαν μόνο σε μία περίπτωση. 

Ο ίδιος μάρτυρας κατέθεσε στην αστυνομία ότι δέχτηκε απειλές από την πρώην λειτουργό λέγοντας του χαρακτηριστικά ότι γνώριζε που διαμένει η σύζυγος και το παιδί του. Μάλιστα σε συνομιλία που είχε με το μάρτυρα του είχε αναφέρει ότι αν ακολουθούσε τις οδηγίες της δε θα οδηγούσε πλέον το συγκεκριμένο αυτοκίνητο που διέθετε αλλά θα αγόραζε πολυτελές αυτοκίνητο όπως το δικό της, το οποίο αγόρασε με χρήματα τα οποία εξασφάλισε από παρόμοια προγράμματα στο Πανεπιστήμιο Κύπρου. 

«Εξασφαλίστηκε γραπτή μαρτυρία η οποία επιβεβαιώνει τον μάρτυρα για το θέμα των απειλών. Χαρακτηριστικά η πρώτη ύποπτη επικαλέστηκε ότι γνωρίζει άτομα του υποκόσμου αναφέροντας στον μάρτυρα ότι «ένα τηλέφωνο χρειάζεται για να μπει η πομπούα». 

Ο ανακριτής αναφέρθηκε και σε εν ενεργεία καθηγητή ο οποίος σύμφωνα με την αστυνομία εμφανίζεται σε οκτώ ερευνητικά προγράμματα ως επιστημονικός υπεύθυνος. Ο καθηγητής αρνείται τα αδικήματα αλλά θέτει εαυτόν στη διάθεση ανακριτικών αρχών, τονίζοντας μάλιστα σε γραπτή του κατάθεση ότι έπαιρνε εντολές από την πρώην λειτουργό ενώ σε περίπτωση διαφωνίας του η ύποπτη αντιδρούσε έντονα έως βίαια. Μετά από πολύωρη διαδικασία το δικαστήριο διέταξε την κράτηση και των έντεκα υπόπτων για οκτώ ημέρες.