Τηλεόραση Ραδιόφωνο Podcasts

Στην Σαουδική Αραβία βρίσκεται ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ, όπου αναμένεται να εκφωνήσει ομιλία για το Ισλάμ.

Το Air Force One  έφτασε στη πρωτεύουσα της  Σαουδικής Αραβίας  τυγχάνοντας θερμής υποδοχής. Τον Αμερικανό πρόεδρο  συνοδεύει η σύζυγος του Μελάνια και η πρωτότοκη κόρη του Ιβάνκα.

Αυτό είναι το πρώτο του ταξίδι στο εξωτερικό σε μια σειρά επισκέψεων που θα πραγματοποίηση το επόμενο διάστημα.

Image removed.

Image removed.

Αν η δυσπιστία των σουνιτικών μοναρχιών του Κόλπου απέναντι στον Μπαράκ Ομπάμα ήταν γνωστή, ο μεγιστάνας των ακινήτων αναμένεται να γίνει δεκτός με ανοικτές αγκάλες.

Εκεί που οι προκάτοχοί του έκαναν κατά παράδοση την πρώτη τους επίσκεψη στον άμεσο γείτονά τους -το Μεξικό ή τον Καναδά- ο Τραμπ επέλεξε την πετρελαϊκή μοναρχία.

Ο βασιλιάς Σαλμάν, τον οποίο θα συναντήσει νωρίς το απόγευμα, κάλεσε σε «μια νέα εταιρική σχέση» μεταξύ των ΗΠΑ και των μουσουλμανικών χωρών, των οποίων πολλοί ηγέτες θα βρίσκονται αύριο, Κυριακή, στο Ριάντ.

«Θα υπάρξει ένα πιο σκληρό μήνυμα για το Ιράν (τον μεγαλύτερο σιιτικό αντίπαλο), δεν θα τους κάνει μάθημα για τη δημοκρατία και τα ανθρώπινα δικαιώματα και θα χειροκροτηθεί» δήλωσε ο Φίλιπ Γκόρντον, του Συμβουλίου Εξωτερικών Σχέσεων. «Αλλά το πραγματικό ερώτημα είναι τί θα τους ζητήσει και τί μπορεί να περιμένει ότι θα αποσπάσει».

Ο Λευκός Οίκος ζητεί μεγαλύτερη συμμετοχή των χωρών του Κόλπου στην καταπολέμηση αυτών που ο Τραμπ αποκαλεί «ισλαμιστές ριζοσπάστες τρομοκράτες».

«Θα ενθαρρύνει τους άραβες και τους μουσουλμάνους εταίρους μας να λάβουν γενναίες αποφάσεις για την προώθηση της ειρήνης και να αντιμετωπίσουν αυτούς, από την οργάνωση Ισλαμικό Κράτος έως την Αλ Κάιντα, που συνεχίζουν το χάος και τη βία, που προκάλεσαν τόσα δεινά στον μουσουλμανικό κόσμο και πέραν αυτού» δήλωσε ο Χ.Ρ. Μακ Μάστερ, σύμβουλός του σε θέματα εθνικής ασφάλειας.

Την Κυριακή στο Ριάντ, ο πρόεδρος των ΗΠΑ θα εκφωνήσει ενώπιον περίπου 50 ηγετών μουσουλμανικών χωρών ομιλία, στην οποία θα υπογραμμίζει τις «ελπίδες» του για ένα «ειρηνικό όραμα» του Ισλάμ. Αυτή η σύνοδος κορυφής «ευλογήθηκε» από τον ιμάμη της Μέκκας.

Image removed.

Image removed.

Πριν από οκτώ χρόνια, ο Μπαράκ Ομπάμα από το Κάιρο είχε απευθύνει έκκληση για μια «νέα αρχή» μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και μουσουλμάνων σε όλο τον κόσμο, «μια αρχή βασισμένη στο αμοιβαίο συμφέρον και στον αμοιβαίο σεβασμό».

Κατά την επίσκεψη του Τραμπ αναμένεται να γίνουν ανακοινώσεις για συμφωνίες για εξοπλιστικά που θα αποφέρουν πολλά κέρδη στην αμερικανική αμυντική βιομηχανία.

Το τεράστιο ερώτημα στην περίπτωση που η Σαουδική Αραβία υπογράψει συμφωνίες συνολικού ύψους 100 δισ. δολαρίων είναι πώς θα πληρωθεί ο λογαριασμός, με τις τρέχουσες τιμές του πετρελαίου, προειδοποιεί ο Μπρους Ρίντελ, πρώην στέλεχος της CIA και σήμερα αναλυτής στο Brookings Institution.

Το ταξίδι του Τραμπ θα τον οδηγήσει επίσης στο Ισραήλ, στα Παλαιστινιακά Εδάφη, στο Βατικανό, στις Βρυξέλλες και στη Σικελία για τις συνόδους κορυφής του ΝΑΤΟ και της G7, όπου οι ευρωπαίοι σύμμαχοι της Ουάσινγκτον θα ζητήσουν σαφείς δεσμεύσεις.

https://www.youtube.com/watch?v=_OsdXyOjtbg

Οι ελπίδες του Ντόναλντ  Τραμπ πως οι επισκέψεις του στο εξωτερικό θα κοπάσουν την ένταση στο εσωτερικό μετά τις σοβαρές αποκαλύψεις, πού  είχαμε εντός της εβδομάδας φαίνεται να εξανεμίζονται.

Μετά την απογείωση του προεδρικού αεροπλάνου για το Ριάντ, η Washington Post έγραψε ότι η έρευνα του FBI για τις διασυνδέσεις μεταξύ της ομάδας της προεκλογικής εκστρατείας του Ντόναλντ Τραμπ και της Ρωσίας εστίαζε σε έναν νυν υψηλόβαθμο του Λευκού Οίκου, «στενό» σύμβουλο του προέδρου, που δεν κατονομάζεται.

Η εφημερίδα New York Times αποκάλυψε ότι ο πρόεδρος των ΗΠΑ είχε χαρακτηρίσει «παλαβό» τον πρώην διευθυντή του FBI Τζέιμς Κόμεϊ, σε μια συνάντηση στις 10 Μαΐου με τον επικεφαλής της ρωσικής διπλωματίας Σεργκέι Λαβρόφ στο Οβάλ Γραφείο.

Λίγες ώρες μετά την αναχώρηση του Τραμπ, οι επικεφαλής των Ρεπουμπλικανών και των Δημοκρατικών της επιτροπής Πληροφοριών ανακοίνωσαν ότι ο πρώην επικεφαλής του FBI που παραμένει σιωπηλός μετά την αποπομπή του στις 9 Μαΐου, δέχτηκε να καταθέσει σε δημόσια ακρόαση στην αμερικανική Γερουσία.