Όπως σημειώνεται, η διερεύνηση του θέματος της διαρροής του περιεχομένου του φακέλου της Interpol προς τα ΜΜΕ και το σύνολο του συλλεγέντος μαρτυρικού υλικού οδηγεί στο συμπέρασμα ότι “το μόνο πρόσωπο που θα μπορούσε να διενεργήσει τη διαρροή εμπιστευτικών και ευαίσθητων πληροφοριών από φάκελο της Interpol προς τα ΜΜΕ ήταν ο Υπαρχηγός της Αστυνομίας Α. Κυριάκου”.
Οι τρεις ποινικοί ανακριτές, Ανδρέας Πασχαλίδης, πρώην Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου και νυν Πρόεδρος της Ανεξάρτητης Αρχής Διερεύνησης Ισχυρισμών και Παραπόνων Εναντίον της Αστυνομίας, Παναγιώτης Πελαγίας, πρώην ανώτερος αξιωματικός της Αστυνομίας και Αγαμέμνων Δημητρίου, πρώην αξιωματικός της Αστυνομίας, είχαν διοριστεί από το Γενικό Εισαγγελέα Κώστα Κληρίδη στις 9 Αυγούστου πέρσι, για να διεξαγάγουν ποινική ανάκριση αναφορικά με το ενδεχόμενο διάπραξης ποινικών αδικημάτων σχετικά με την ενδεχόμενη εμπλοκή μελών της Αστυνομίας ή άλλων προσώπων σε υποθέσεις διαπλοκής, διαφθοράς και άλλων αδικημάτων.
Ο διορισμός έγινε στη βάση συγκεκριμένων πληροφοριών που διαβιβάστηκαν στον Γενικό Εισαγγελέα, από τον Υπουργό Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως και από τον Αρχηγό της Αστυνομίας που αφορούν το τετραπλό φονικό στην Αγία Νάπα που διαπράχθηκε στις 23 Ιουνίου 2016.
Η επιστολή του Υπουργού Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης αναφερόταν σε πληροφορίες που είχαν διαβιβαστεί από τις αστυνομικές αρχές της Σερβίας σχετικά με άφιξη στην Κύπρο πληρωμένων δολοφόνων για διάπραξη φόνου και τον τρόπο διαχείρισης αυτών των πληροφοριών, την ενδεχόμενη εμπλοκή δεσμοφύλακα στην υπόθεση και τον τρόπο ενέργειας μέλους της Interpol Λευκωσίας που χειρίστηκε πληροφορίες από την Interpol Σερβίας.
Αρχηγείο: Το πόρισμα θα μελετηθεί και θα αποφασιστουν οι ενδεικνυόμενες ενέργειες
Το πόρισμα των Ανεξάρτητων Ποινικών Ανακριτών έχει διαβιβασθεί με συνοδευτική επιστολή από τον Γενικό Εισαγγελέα κ. Κώστα Κληρίδη, σήμερα το μεσημέρι στον Αρχηγό Αστυνομίας κ. Ζαχαρία Χρυσοστόμου και στον Υπουργό Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης κ. Ιωνά Νικολάου, αναφερει ανακοίνωση του Αρχηγείου.
Το πόρισμα, προστίθεται, και οι οδηγίες του Γενικού Εισαγγελέα θα μελετηθούν ενδελεχώς και θα αποφασιστούν οι περαιτέρω ενδεικνυόμενες ενέργειες. Υπενθυμίζεται ότι η διερεύνηση ανατέθηκε από τον Γενικό Εισαγγελέα στους Ανεξάρτητους Ποινικούς Ανακριτές, κατόπιν εισήγησης του Αρχηγού Αστυνομίας, με επιστολή του ημερομηνίας 2/8/2016, μέσα στο πλαίσιο της προσπάθειας για πάταξη της διαφθοράς και της διαπλοκής εντός του Αστυνομικού Σώματος. Ανάλογη επιστολή στάληκε στον Γενικό Εισαγγελέα από τον Υπουργό Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης στις 8/8/2016
Ανδρέας Κυριάκου: Εχω εμπιστοσύνη στην δικαιοσύνη
Σε δηλώσεις στον Αντέννα ο Υπαρχηγός της Αστυνομίας Ανδρέας Κυριάκου, μίλησε για εξυπηρέτηση αλλότριων συμφερόντων:"Προφανείς οι λόγοι του πορίσματος. Ανυπόστατες κατηγορίες που δεν στηρίζονται σε ουσιώδη μαρτυρία. Οι σκοποί είναι αλλότριοι. Την πρόθεση για ενοχοποίηση μου την είχαν αντιληφθεί προ καιρού και έκανα καταγγελία τον Γενικό Εισαγγελέα σχετικά με τους όρους εντολής των ποινικών ανακριτών τον περασμένο Νοέμβριο. Καταγγελία που δεν διερευνήθηκε".
Ο κύριος Κυριάκου ανέφερε πως έχει εμπιστοσύνη στην Κυπριακή δικαιοσύνη.
Παραλείψεις και εσφαλμένοι χειρισμοί
Στα συμπεράσματά και στις διαπιστώσεις που δόθηκαν στη δημοσιότητα γίνεται λόγος για παραλείψεις, εσφαλμένους χειρισμούς, με έγκαιρη και ελλιπή διερεύνηση από την Αστυνομία. Εξάλλου, με βάση την ανακοίνωση, γίνονται συστάσεις για διερεύνηση του ενδεχομένου διάπραξης πειθαρχικών αδικημάτων από μέλη της Δύναμης.
Όπως αναφέρεται, σε σχέση με τις πληροφορίες εμπιστευτικής φύσεως που διαβιβάστηκαν από τις Σερβικές στις Κυπριακές αρχές που αφορούσαν την κάθοδο στην Κύπρο εκτελεστών με σκοπό δολοφονικές πράξεις, έγιναν δύο διοικητικές έρευνες στην Αστυνομία, οι οποίες αφορούσαν τη διαρροή και δημοσίευση στον ηλεκτρονικό και στον έντυπο Τύπο, αυτών των πληροφοριών. Καμιά όμως δεν κατέληξε σε θετικό αποτέλεσμα ως προς την ταυτότητα του προσώπου ή των προσώπων που ευθύνονται για τις διαρροές. Οι διαρροές αφορούσαν, αν όχι ολόκληρο το περιεχόμενο του τηρουμένου φακέλου της Interpol Κύπρου, το συντριπτικό μέρος του, περιλαμβανομένων και φωτογραφιών κάποιων εγγράφων.
“Σε σχέση με το θέμα τούτο, η ενδελεχής διερεύνησή του από τους ανακριτές και το σύνολο του συλλεγέντος μαρτυρικού υλικού, οδηγεί στο συμπέρασμα ότι το μόνο πρόσωπο που θα μπορούσε να διενεργήσει τη διαρροή των εμπιστευτικών αυτών και ευαίσθητων πληροφοριών, ήταν ο Υπαρχηγός της Αστυνομίας κ. Α. Κυριάκου. Η μελέτη και εκτίμηση του μαρτυρικού υλικού ως συνόλου, οδηγεί σε συμπέρασμα στοιχειοθέτησης ποινικής υπόθεσης και δικαιολογεί την έναρξη ποινικής δίωξης για Παραβίαση Υπηρεσιακού Απορρήτου στη βάση του άρθρου 135 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 καθώς επίσης και για το συναφές αδίκημα του άρθρου 16 του περί Κανονισμών Ασφαλείας Διαβαθμισμένων Πληροφοριών , Εγγράφων και Υλικού και για Συναφή Θέματα Νόμου του 2002 – Νόμος αρ. 216(Ι)/2002”, αναφέρεται.
Σε ό,τι αφορά το ενδεχόμενο εμπλοκής δεσμοφύλακα των Κεντρικών Φυλακών στην υπόθεση, αναφέρεται πως σύμφωνα με ληφθείσα μαρτυρία, στις 21.3.2016 είχε αποσταλεί από την Κύπρο μέσω της εταιρείας Western Union, σε τραπεζικό λογαριασμό που ανήκε στον Σέρβο φερόμενο ως οργανωτή δολοφονιών, το ποσό ων €1,000 με εντολή του Μ. Χριστοδούλου, άλλως Μπένυ, ο οποίος καταδικάστηκε πρόσφατα σε ποινές ισόβιας κάθειρξης για τον τετραπλό φόνο. Το ποσό εκείνο στάληκε με την προσωπική συμμετοχή του δεσμοφύλακα των Κεντρικών Φυλακών. Μαρτυρία καταδεικνύει ότι το ποσό εκείνο στάληκε προς αντιμετώπιση εξόδων του Σέρβου οργανωτή ο οποίος θα ερχόταν στην Κύπρο για τη δολοφονία κάποιων προσώπων, όχι σχετιζόμενου με τον τετραπλό φόνο στην Αγία Νάπα.
Ελλείψει μαρτυρίας που να καταδεικνύει ότι ο δεσμοφύλακας γνώριζε ότι η αποστολή χρημάτων την οποία διενήργησε σχετιζόταν με σκοπούμενη διάπραξη δολοφονίας και επίσης ελλείψει μαρτυρίας ότι ο ίδιος είχε προσπορισθεί ή θα προσπορίζετο οποιοδήποτε χρηματικό ή άλλο όφελος για την πράξη του, δεν μπορούν να στοιχειοθετηθούν ποινικά αδικήματα εναντίον του, σημειώνεται και συστήνεται προς τον Υπουργό Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξεως η διερεύνηση του ενδεχομένου διάπραξης πειθαρχικών αδικημάτων, μεταξύ άλλων, του αδικήματος του Άρθρου 60(2)(ε) σε συνδυασμό με το άρθρο 73(1)(β) του περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμου – Νόμος αρ. 1/90, ως προς τον τρόπο συμπεριφοράς του συγκεκριμένου δεσμοφύλακα.
Σε ό,τι αφορά το θέμα ύποπτων σχέσεων μελών της Αστυνομίας Κύπρου με θεωρούμενα ως εγκληματικά στοιχεία, αναφέρεται πως από διάφορα στοιχεία μαρτυρίας, προέκυψε ότι 4 μέλη της αστυνομικής δύναμης, ήτοι 3 αστυφύλακες και ένας αναπληρωτής λοχίας, εδώ και αρκετά χρόνια, διατηρούσαν στενές φιλικές σχέσεις με τον δολοφονηθέντα στον τετραπλό φόνο της Αγίας Νάπας, επιχειρηματία Φ. Καλοψιδιώτη.
Σχέσεις μελων με τον επιχειρηματία
Από αριθμό καταθέσεων, από ενημερωτικά δελτία και από άλλα έγγραφα της Αστυνομίας αλλά και από συλλεγείσες πληροφορίες, προκύπτει ότι κάποια από τα μέλη αυτά της Δύναμης φαίνεται να διατηρούσαν και επαγγελματικής φύσεως σχέσεις με τον ίδιο επιχειρηματία, όπως είναι η παροχή προς αυτόν υπηρεσιών προσωπικής ασφάλειας και η διαχείριση επιχειρηματικών δραστηριοτήτων σε υποστατικά που του ανήκαν. Οι πληροφορίες αναφορικά με αυτές τις σχέσεις και διασυνδέσεις των μελών της Δύναμης ήσαν σε γνώση της Αστυνομίας από το 2011, προστίθεται.
Παρά ταύτα, πλην της επιβολής σε κάποια από αυτά τα μέλη της Δύναμης πειθαρχικών ποινών σε παρεμφερή ζητήματα και μεταθέσεων προς το σκοπό της απομάκρυνσης τους από την εστία αυτής της σχέσης, διαπιστώνεται ότι δεν διενεργήθηκε ποτέ σοβαρή και επίσημη διερεύνηση του ενδεχομένου διάπραξης από αυτούς αδικημάτων ποινικής ή πειθαρχικής φύσεως, σημειώνεται στην ανακοίνωση.
“Δυστυχώς η μη έγκαιρη διερεύνηση από την Αστυνομία, ή η ελλιπής διερεύνηση της απαράδεκτης αυτής κατάστασης πραγμάτων, δυσχέραναν ιδιαίτερα την στοιχειοθέτηση συγκεκριμένων ποινικών αδικημάτων. Η διαχρονική απροθυμία επίσης άλλων μελών της Δύναμης όπως δώσουν πληρέστερη μαρτυρία ως προς αυτά τα θέματα, δεν ήταν βοηθητική με αποτέλεσμα, τα διαθέσιμα στοιχεία εναντίον των ατόμων τούτων, να παραμείνουν στο επίπεδο απλών πληροφοριών και/ή μαρτυρίας η οποία δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή από ποινικό δικαστήριο, ή θα είναι εξαιρετικά μειωμένης βαρύτητας”, επισημαίνεται στην ανακοίνωση της Νομικής Υπηρεσίας.
Προστίθεται πως “επισταμένη μελέτη των καταθέσεων που έχουν ληφθεί τόσο αρχικά, όσο και συμπληρωματικά από τους ανακριτές, καταδεικνύει ότι για τη στοιχειοθέτηση συγκεκριμένων ποινικών αδικημάτων εναντίον των προαναφερθέντων αστυνομικών, παρατηρούνται σημαντικά κενά ως προς την απόδειξη απαραίτητων στοιχείων των αδικημάτων. Τέτοια στοιχεία είναι π.χ. η απόδειξη σχέσης εργοδοσίας, η ύπαρξη μαρτυρίας για αμοιβή ή αντάλλαγμα, η ενδεχόμενη λόγω παρανομία οπλοφορίας κλπ”.
“Με αυτά τα δεδομένα, και προς το σκοπό της αντιμετώπισης της συμπεριφοράς αυτής μελών της Δύναμης όπως διαφαίνεται από τη μαρτυρία, υποβάλλεται έντονη εισήγηση προς την ηγεσία της Αστυνομίας, όπως έστω και καθυστερημένα, παρά τις εγγενείς δυσκολίες, εγκύψει σοβαρά επί του θέματος τούτου και προβεί σε διερεύνηση του ενδεχομένου διάπραξης πειθαρχικών αδικημάτων από τα μέλη αυτά της Δύναμης. Η ανεκτικότητα η οποία επιδείχθηκε για σειρά ετών συνέτεινε στη συνέχιση της προκλητικής τους συμπεριφοράς δεν πρέπει κατ΄ουδένα λόγο να συνεχίσει, δίδοντας λανθασμένα μηνύματα προς τους ίδιους και προς άλλα μέλη της Δύναμης”, αναφέρεται.
Σε ό,τι αφορά τη διαρροή της μελέτης με τίτλο «Η πρόληψη και αντιμετώπιση της διαφθοράς στην Αστυνομία Κύπρου» ημερ. 20.1.2015, σημειώνεται πως “η μελέτη αυτή ετοιμάστηκε κατόπιν οδηγιών του νυν Αρχηγού της Αστυνομίας, από πενταμελή επιτροπή με πρόεδρο τον Βοηθό Αρχηγό Στ. Παπαθεοδώρου και παραδόθηκε στον ίδιο τον Αρχηγό στις 20.1.15. Αν και δεν είχε ειδικά διαβαθμιστεί η μελέτη, εν τούτοις θεωρείται ως υπηρεσιακό έγγραφο το οποίο τυγχάνει χειρισμού ενδοϋπηρεσιακά και μόνο για υπηρεσιακούς σκοπούς”.
“Παρά ταύτα, στις 5.7.2016, βουλευτής επεδείκνυε αντίγραφο της μελέτης κατά τη συζήτηση θεμάτων Αστυνομίας ενώπιον της κοινοβουλευτικής Επιτροπής Θεσμών, Αξιών και Επιτρόπου Διοικήσεως. Επίσης, την επόμενη δημοσιεύτηκαν σε καθημερινή εφημερίδα αποσπάσματα από τη μελέτη την οποία κατείχε η βουλευτής”, αναφέρεται.
Προστίθεται πως “από το σύνολο της συλλεγείσας άμεσης και περιστατικής μαρτυρίας φαίνεται να εμπλέκεται στο θέμα της διαρροής ο Υπαρχηγός της Αστυνομίας κ. Α. Κυριάκου. Υπό τις περιστάσεις, στοιχειοθετείται το ποινικό αδίκημα του άρθρου 135 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 για Παραβίαση Υπηρεσιακού Απορρήτου, σε σχέση με το οποίο δικαιολογείται η δίωξη του”.
Μη επαρκής διερεύνηση πληροφοριών
Σε ό,τι αφορά τη διαχείριση από την Αστυνομία Κύπρου των πληροφοριών που λήφθηκαν από την Interpol Σερβίας αναφέρεται πως εμπλεκόμενοι αξιωματικοί της Κυπριακής Αστυνομίας στο χειρισμό των πληροφοριών που λήφθηκαν από την Interpol Σερβίας περί «συμβολαίου θανάτου» ήσαν ο Υπαρχηγός της Αστυνομίας, ο Βοηθός Αρχηγός Επιχειρήσεων, ένας Ανώτερος Υπαστυνόμος και ένας Υπαστυνόμος.
“Τα συμπεράσματα που προκύπτουν από τη μελέτη του μαρτυρικού υλικού είναι ότι αν και είχαν ληφθεί συγκεκριμένες και σημαντικές πληροφορίες από τις Σερβικές αρχές, εν τούτοις αυτές δεν προσεγγίστηκαν με τη δέουσα σοβαρότητα και δεν διερευνήθηκαν επαρκώς , επιμελώς, ή καθόλου. Παρατηρούνται συναφώς παραλείψεις και/ή εσφαλμένοι χειρισμοί”, προστίθεται.
Επίσης αναφέρεται πως “δεν διαπιστώνεται η ύπαρξη μαρτυρίας που να καταδεικνύει ότι οι πιο πάνω πράξεις και/ή παραλείψεις έγιναν εσκεμμένα ούτως ώστε να στοιχειοθετούνται ποινικά αδικήματα, πλην όμως συγκεκριμένες πράξεις ή παραλείψεις των προαναφερθέντων αξιωματικών, δυνατόν να συνιστούν πειθαρχικά αδικήματα” και πως εναπόκειται στον Αρχηγό Αστυνομίας να επιληφθεί.
Για την τηλεφωνική επικοινωνία μέλους της Interpol Κύπρου με Σέρβο οργανωτή εγκλήματος αναφέρεται πως μετά από σχετική παράκληση της Κυπριακής Αστυνομίας προς την Interpol Σερβίας όπως της παρασχεθούν κάποια συγκεκριμένα τηλεπικοινωνιακά στοιχεία, η δεύτερη παρέσχε το όνομα Σέρβου πολίτη ο οποίος θεωρείτο ως οργανωτής φόνου και στον οποίο ανήκε συγκεκριμένος αριθμός τηλεφώνου.
“Αστυφύλακας της Interpol Κύπρου, χειριστής της επικοινωνίας με την Interpol Σερβίας, πήρε στο τηλέφωνο τον Σέρβο οργανωτή στον αριθμό που είχε καταγράψει σε χαρτί άλλη συνάδελφος του και στο οποίο καταγράφονταν επίσης οι λέξεις «Interpol Βελιγραδίου», πιστεύοντας, όπως ανέφερε, ότι επικοινωνούσε με την Interpol Σερβίας. Αυτή η πράξη προκάλεσε ασφαλώς διάφορες επιπλοκές και τις δικαιολογημένες αντιδράσεις των Σερβικών αρχών¨, σημειώνεται.Όπως αναφέρεται, από την όλη συμπεριφορά του Κύπριου μέλους της Αστυνομικής Δύναμης και από το σύνολο της μαρτυρίας, δεν διαπιστώνεται η διάπραξη ποινικού αδικήματος, πλην όμως γίνεται εισήγηση προς την ηγεσία της Αστυνομίας όπως εξετάσει το ενδεχόμενο διάπραξης πειθαρχικών αδικημάτων εναντίον του”.