Σε τεντωμένο σχοινί ακροβατούν Ηνωμένες Πολιτείες και Ρωσία, και βρίσκονται κυριολεκτικά στο χείλος μιας ακόμα στρατιωτικής σύγκρουσης στη Συρία, με ανυπολόγιστες συνέπειες για την παγκόσμια ειρήνη.
Οι Τόμαχοκ που με οδηγίες του Ντόναλντ Τραμπ έπληξαν στρατιωτική βάση στη Συρία, ήταν, όπως τονίζει η Ουάσιγκτον, ένα μήνυμα προς τον Μπασάρ Αλ Ασαντ ότι η χρήση χημικών όπλων, δεν μπορεί να μείνει ατιμώρητη.
Το σκηνικό του διπλωματικού πολέμου που ακολούθησε, μεταφέρθηκε ακόμα και στην αίθουσα του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών.
Όπως είπε ο Πρέσβης Ρωσίας ΟΗΕ «Οι Ηνωμένες Πολιτείες επιτέθηκαν στο κυρίαρχο έδαφος της Συρίας. Χαρακτηρίζουμε την επίθεση ως κατάφωρη παραβίαση του διεθνούς δικαίου και μια πράξη επιθετική.»
«Κι ενώ εδώ συζητούσαμε και απαιτούσαμε την ανάγκη για μια ανεξάρτητη και αμερόληπτη έρευνα, ολοκληρωμένη έρευνα για αυτές τις επιθέσεις (με χημικά), οι Ηνωμένες Πολιτείες έγιναν ο ερευνητής, έγιναν ο κατήγορος, ο δικαστής.» είπε ο Πρέσβης Βολιβίας ΟΗΕ.
Ως απάντηση στις βολές της Μόσχας και του συμμαχικού της πυρήνα, η Ουάσιγκτον και οι δικοί της σύμμαχοι έστησαν στον τοίχο το καθεστώς της Δαμασκού, και όχι μόνο.
Η Πρέσβειρα ΗΠΑ στον ΟΗΕ είπε ότι «Κάθε φορά που ο Ασαντ καταπατούσε την γραμμή της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, η Ρωσία στεκόταν δίπλα του.»
Όπως είπε ο Αντιπρόσωπος Βρετανίας ΟΗΕ «Χωρίς τα επτά βέτο της Ρωσίας στο Συμβούλιο Ασφαλείας αψηφώντας τις απόψεις των άλλων μελών του Συμβουλίου, ο Ασαντ θα είχε ήδη αντιμετωπίσει κυρώσεις και την δικαιοσύνη.»
Σαφείς ήταν οι αιχμές κατά του Κρεμλίνου ακόμη και για συμμετοχή στην επίθεση με χημικά που εξαπολύθηκε στο χωριό Χαν Σεϊχούν στην επαρχία Ιντλίμπ της Συρίας.
Η Πρέσβερια ΗΠΑ στον ΟΗΕ είπε ότι «Μπορεί να είναι, γιατί η Ρωσία εν γνώσει της επέτρεψε να παραμείνουν τα χημικά όπλα στη Συρία.»
Η ένταση κλιμακώνεται και σε στρατιωτικό επίπεδο, με τη Μόσχα να ανακοινώνει ότι κλείνει τον δίαυλο επικοινωνίας των ενόπλων δυνάμεων των δύο υπερδυνάμεων, που είχε ανοίξει με στόχο την αποφυγή σύγκρουσης αεροσκαφών στον εναέριο χώρο της Συρίας.
Ακολούθησε απόφαση για ενίσχυση της αεράμυνας του Μπασάρ Αλ Ασαντ, αλλά και βολές κατά της Ουάσινγκτον για προμελετημένη επίθεση.
«Είναι ξεκάθαρο σε κάθε αναλυτή ότι η απόφαση για πυραυλική επίθεση στη Συρία έγινε πολύ πριν τα γεγονότα στο Χαν Σεϊχούν, τα οποία ήταν απλώς η επίσημη δικαιολογία για την ανάληψη στρατιωτικής δράσης.» υπογράμμισε ο Εκπρόσωπος ΥΠΑΜ Ρωσίας.
Σε μια προσπάθεια επίδειξης δύναμης αλλά και ξεκάθαρης δήλωσης ότι δεν πρόκειται να εγκαταλείψει τον Ασαντ, το Κρεμλίνο στέλνει στη Μεσόγειο, από τη Μαύρη Θάλασσα, την φρεγάτα Ναύαρχος Γκριγκορόβιτς, ένα από τα τεχνολογικά πιο προηγμένα πολεμικά πλοία του ρωσικού στόλου. Διαθέτει σύγχρονο σύστημα αεράμυνας και είναι εξοπλισμένο με αντιπλοϊκούς πυραύλους Kalibr και θα αποτελέσει το δέκατο πολεμικό πλοίο της Ρωσίας στην περιοχή της ανατολικής Μεσογείου.
Και ενώ ο Ντόναλντ Τραμπ έκανε από την πρώτη στιγμή λόγο για μία απόλυτη επιτυχή πυραυλική επίθεση, η Μόσχα επιμένει ότι μόνο το 40% των πυραύλων Τόμαχοκ βρήκαν τον στόχο τους, ενώ το Al Jazzera μεταδίδει ότι συνεχίζουν κανονικά τις πτήσεις τους τα συριακά Sukoi από τη βάση Σαιράτ, που ήταν ο στόχος της επίθεσης.
Η Δαμασκός μάλιστα καταγγέλλει ότι από την επίθεση σκοτώθηκαν πέραν των πέντε στρατιωτικών και εννέα άμαχοι από χωριό κοντά στη βάση.
Εξάλλου, η περιοχή που δέχθηκε την επίθεση με τα χημικά, έγινε σήμερα στόχος νέων αεροπορικών επιδρομών.
Το Συριακό Παρατηρητήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ανακοίνωσε πως τουλάχιστον 15 άνθρωποι σκοτώθηκαν, ανάμεσά τους τέσσερα παιδιά, από τις επιδρομές που εκτιμάται ότι εξαπέλυσαν μαχητικά αεροσκάφη της διεθνούς συμμαχίας υπό τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Στις Ηνωμένες Πολιτείες, εξάλλου, παραμένει μέγα ερωτηματικό το παρασκήνιο της πυραυλικής επίθεσης και οι λόγοι που οδήγησαν τον Ντόναλντ Τραμπ σε στροφή 180 μοιρών στο ζήτημα της Συρίας.
Τα μέσα ενημέρωσης εμφανίζονται δύσπιστα ως προς τις δημόσιες αναφορές του, ενώ οι αμερικανικές μεγαλουπόλεις παραμένουν θέατρο διαδηλώσεων, με κεντρικό σύνθημα «όχι στους βομβαρδισμούς στη Συρία».