Τηλεόραση Ραδιόφωνο Podcasts
Εν μέσω σφοδρών αντιπαραθέσεων ξεκίνησε η νέα φάση της διαπραγμάτευσης για την Ελλαδα με τους δανειστές για το κλείσιμο της δεύτερης αξιολόγησης.Αθήνα και κομισιόν τάσσονται κατά της σκληρής τακτικής του ΔΝΤ το οποίο μεταξύ άλλων ζητά περικοπή συντάξεων κι αφορολογήτου ακόμη.

Ο Ευκλείδης Τσακαλώτος διεμήνυσε πως καμία Κυβέρνηση, μετά από 7 χρόνια αμείλικτης ύφεσης, δεν πρόκειται να αποδεχθεί τα μέτρα τα οποία προτείνει το ΔΝΤ και υποστήριξε πως οι δαπάνες για συντάξεις και κοινωνική πολιτική είναι περίπου στο 70% του μέσο όρου της ΕΕ και αντιστοιχούν σχεδόν στο μισό (52%) των αντίστοιχων δαπανών της Γερμανίας.

Την άποψη ότι το ελληνικό πρόγραμμα είναι απόλυτα αξιόπιστο εξέφρασε σήμερα η εκπρόσωπος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ανίκα Μπράιντχαρτ, σχολιάζοντας τις προτάσεις του ΔΝΤ.

Συνεχίζοντας, η ίδια σημείωσε πως «η Ελλάδα έχει ήδη εφαρμόσει σημαντικές μεταρρυθμίσεις και είναι εντός τροχιάς για να εκπληρώσει τους συμφωνημένους δημοσιονομικούς στόχους», υπογραμμίζοντας την ανάγκη «όλοι οι θεσμοί να αναγνωρίσουν αυτά τα επιτεύγματα».“Φωτιές” έχεις ανάψει και το ζήτημα σχετικά με το ύψος των πλεονασμάτων με τον Ευκλείδη Τσακαλώτο να ξεκαθαρίζει πως η Κυβέρνηση δεν έχει συμφωνήσει με το αίτημα των ευρωπαίων εταίρων για πρωτογενή πλεονάσματα ύψους 3,5% του ΑΕΠ μετά το τέλος του τρέχοντος προγράμματος, το 2018.

Από την πλευρά του το ΔΝΤ παρότι παραδέχεται ότι το χρέος της Ελλάδας είναι κατά πολύ μη βιώσιμο, και όσες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις και να γίνουν, το χρέος δεν θα ξαναγίνει βιώσιμο χωρίς σημαντική ελάφρυνση του χρέους, εμμένουν - για λόγους αξιοπιστίας όπως τονίζουν - στο ότι απαιτείται να νομοθετηθούν εκ των προτέρων τα μέτρα που απαιτούνται για να οδηγήσουν σε πλεόνασμα πάνω από 1,5% του ΑΕΠ, προκειμένου να μην υπάρξει καμία αμφιβολία για την πολιτική αποφασιστικότητα της Ελλάδας να ξεπεράσει την αντίσταση των κατεστημένων συμφερόντων που έχουν εμποδίσει την εφαρμογή του προγράμματος παλαιότερα.

Αιχμηρό είναι το σχόλιο του Μαξίμου για ΔΝΤ σχετικά με τις προβλέψεις του Ταμείου για την ελληνική οικονομία. «Είναι φανερό ότι το ΔΝΤ την περίοδο 2010- 2014 έκανε ευνοϊκότερες εκτιμήσεις ακριβώς επειδή ήθελε να δικαιολογήσει τη βιωσιμότητα του προγράμματος, στο οποίο συμμετείχε. Από το 2015 (3ο πρόγραμμα) κάνει διαρκώς δυσμενέστερες προβλέψεις, προφανώς για να δικαιολογήσει την απουσία του» σχολιάζουν κυβερνητικοί κύκλοι και παραθέτουν τα παρακάτω στοιχεία:

Οι στόχοι για το ύψος των πρωτογενών πλεονασμάτων αποτελούν τη νούμερο  ένα διαφωνία ΔΝΤ – Βερολίνου, αλλά και τον βασικότερο λόγο της καθυστέρησης του κλεισίματος της δεύτερης αξιολόγησης.

Το ΔΝΤ βρίσκει υψηλούς του στόχους του 3,5% που ζητεί η Γερμανία από την Ελλάδα για μετά το 2018, οπότε και τελειώνει το τρίτο μνημόνιο. Στην περίπτωση ωστόσο που Αθήνα και Ευρωπαίοι δανειστές συμφωνήσουν στους στόχους αυτούς, το Ταμείο απαιτεί την πρόσθετη και προαιρετική λήψη μέτρων ύψους 4,5 δισ. ευρώ για τη διετία 2019 – 2020.

Πρόβλημα αποτελεί και η διάρκεια του στόχου για πλεονάσματα 3,5% του ΑΕΠ, με το Βερολίνο να ζητεί να φτάσουν μέχρι και σε βάθος δεκαετίας, την ώρα που οι άλλες πλευρές των δανειστών υποχωρούν. 

Διαχρονικό εμπόδιο της παρούσας διαπραγμάτευσης αποτελεί το ζήτημα των αλλαγών στα Εργασιακά, όπου η Αθήνα επιμένει στην επαναφορά των συλλογικών διαπραγματεύσεων και οι δανειστές στην αύξηση του ορίου των ομαδικών απολύσεων από το 5% στο 10%. 

Τέλος, αμφίρροπο κάνει το κλείσιμο της συμφωνίας το ζήτημα του τρόπου της συμμετοχής στο τρίτο πρόγραμμα. Το Ταμείο δείχνει να μην «βιάζεται» να λάβει αποφάσεις, η Γερμανία και η Ολλανδία που μπαίνουν σε προεκλογικούς ρυθμούς θέτουν ως προϋπόθεση για το κλείσιμο της αξιολόγησης τη χρηματοδότηση μέρους του προγράμματος από το ΔΝΤ, χωρίς όμως να κάνουν πίσω στη λήψη πιο δραστικών μέτρων για την ελάφρυνση του χρέους, που ζητεί το Ταμείο και επιδιώκει η Αθήνα. 

Η Ελλάδα επιμένει στη λύση – πακέτο, αξιολόγηση – χρέος και ποσοτική χαλάρωση κι όλα αυτά στις αρχές της νέας χρονιάς.  

Σε άρθρο του στη γερμανική εφημερίδα «Handelsblatt» ο Αντιπροέδρου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και επικεφαλής της Ευρωομάδας του ΣΥΡΙΖΑ, ο Δημήτρης Παπαδημούλης σχολιάζει πως «με βάση τα σταθερά θετικά στοιχεία που προκύπτουν από την ίδια τη Eurostat για την ελληνική οικονομία, δεν υπάρχει κανένας απολύτως λόγος να υιοθετηθούν νέα μέτρα, αλλά αντιθέτως είναι απαραίτητο να συμφωνηθούν χαμηλότερα, πιο ρεαλιστικά πρωτογενή πλεονάσματα κάτω του 3,5% από το 2018 και μετά».

Όπως παρατηρεί ο επικεφαλής της Ευρωομάδας του ΣΥΡΙΖΑ «οι συμφωνίες υπογράφονται, για να τηρούνται από όλες τις πλευρές».

Τις δηλώσεις του πρωθυπουργού σχετικά με τα πρωτογενή πλεονάσματα σχολιάζουν πηγές της ΝΔ, σημειώνοντας ότι «στην χθεσινή του ομιλία στην Πολιτική Γραμματεία του ΣΥΡΙΖΑ είπε ότι δήθεν δεν συμφωνεί με πρωτογενή πλεονάσματα 3,5% του Α.Ε.Π. μετά το 2018 και ότι δήθεν δεν θα πάρει νέα μέτρα λιτότητας».

Για αποτυχία του Αλέξη Τσίπρα στην διαπραγμάτευση κάνει λόγο η Πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ, Φώφη Γεννηματά αναφέροντας χαρακτηριστικά πως «δυστυχώς καθημερινά επιβεβαιώνεται πως ο κ. Τσίπρας απέτυχε απόλυτα και αυτή την φορά, στην κρίσιμη για την χώρα διαπραγμάτευση». «Τόμσεν και Σόϊμπλε τρίβουν τα χέρια τους» σχολιάζει η Φώφη Γεννηματά, ξεκαθαρίζοντας πως το κόμμα δεν συμφωνεί με τις προτάσεις για τις συντάξεις, τις απολύσεις και το αφορολόγητο.

«Η αντιπαράθεση σχετικά με το ύψος των πρωτογενών πλεονασμάτων συγκαλύπτει ότι κοινός παρονομαστής όλων των εμπλεκομένων μερών (ΕΕ-ΔΝΤ-κυβέρνηση) -όποια θέση κι αν παίρνουν στο ζήτημα των πλεονασμάτων- είναι η προώθηση όλων των αντιλαϊκών απαιτήσεων του κεφαλαίου, τις οποίες βαφτίζουν ‘μεταρρυθμίσει’» σχολιάζει το ΚΚΕ.

Με ανάρτησή του στο Twitter ο Σταύρος Θεοδωράκης σχολιάζει το άρθρο του Πολ Τόμσεν.

«Αποκηρύσσει ο #Τομσεν τη λιτότητα και την υπογράφει ο Αλέξης! Τι άλλο μας επιφυλάσσουν οι ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ;» γράφει χαρακτηριστικά ο επικεφαλής του Ποταμιού.

Ευρωπαϊκοί κύκλοι αμφισβητούν την αξιοπιστία των στοιχείων στα οποία βασίζει το ΔΝΤ την κριτική του προς το ελληνικό πρόγραμμα

Την ίδια ώρα, την αξιοπιστία των στοιχείων στα οποία βασίζει το ΔΝΤ την κριτική του προς το ελληνικό πρόγραμμα αμφισβητούν ευρωπαϊκοί κύκλοι, παραπέμποντας σε στοιχεία που είναι ήδη δημοσιευμένα.

Ειδικότερα, χαρακτηρίζεται ως «παραπλανητικός» ο ισχυρισμός του ΔΝΤ ότι το 50% των Ελλήνων φορολογουμένων εξαιρούνται από τη φορολόγηση του εισοδήματος, καθώς εάν συνοψιστούν ο φόρος εισοδήματος και οι ασφαλιστικές εισφορές, η φορολόγηση στην Ελλάδα είναι πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Με βάση, μάλιστα, τα στοιχεία του ΟΟΣΑ από το 2015, ένα πρόσωπο με αποδοχές στο 67% του μέσου όρου και δύο παιδιά έχει φορολογική επιβάρυνση ύψους 15% στην Ελλάδα, η οποία είναι διπλάσια από αυτή της Πορτογαλίας και τουλάχιστον κατά τρεις φορές μεγαλύτερη από αυτή της Ισπανίας.

Επιπλέον, σε ό,τι αφορά το αφορολόγητο, για τη μείωση του οποίου πιέζει το ΔΝΤ, σύμφωνα με κοινούς υπολογισμούς της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και του ΟΟΣΑ, κατά την πρώτη αξιολόγηση η φορολογική βάση διευρύνθηκε στην Ελλάδα, μειώνοντας το αφορολόγητο κατά 10% και ευθυγραμμίζοντάς το με άλλα κράτη-μέλη της ευρωζώνης, όπως η Ισπανία και η Γερμανία.

Αναφορικά με τον ισχυρισμό του ΔΝΤ ότι η εισπραξιμότητα των φόρων στην Ελλάδα έχει μειωθεί από 75% στην αρχή του προγράμματος σε 50% τώρα, τονίζεται ότι δεν είναι σωστός, καθώς η φορολογική συμμόρφωση των Ελλήνων τους πρώτους εννιά μήνες του 2016 αυξήθηκε στο 81% για τους τέσσερις βασικούς φόρους, από 77% το 2015.

Τέλος, σε ό,τι αφορά το επιχείρημα του ΔΝΤ ότι η Ελλάδα πληρώνει πολύ υψηλές συντάξεις στα επίπεδα της Γερμανίας, σύμφωνα με τα στοιχεία που παρέχονται από τα κράτη-μέλη στο πλαίσιο της έκθεσης του 2015 για τη γήρανση, ο μέσος όρος των συντάξεων στη Γερμανία το 2013 ήταν 1.233 ευρώ το μήνα, ενώ στην Ελλάδα ανερχόταν σε 846 ευρώ το μήνα, δηλαδή κατά 45% χαμηλότερος. Αν, δε, προστεθούν και οι παροχές του κράτους προνοίας που στην περίπτωση της Γερμανίας είναι πολλαπλάσιες από αυτές του ελληνικού κράτους, τότε η διαφορά γίνεται δυσανάλογα μεγάλη.