Το σημερινό δημοψήφισμα έχει στόχο να σταματήσουν να έχουν η βουλή και η γερουσία αλληλοεπικαλυπτόμενο ρόλο, όπως συνέβη από το 1948 μέχρι σήμερα. Αν υπερισχύσει το «ναι», η γερουσία θα μπορεί να εκφράζεται μόνον για συνταγματικούς νόμους, την επικύρωση ευρωπαϊκών συνθηκών, σχετικά με νέους εκλογικούς νόμους, για την εκλογή του προέδρου της Δημοκρατίας και για την τοπική αυτοδιοίκηση. Θα απαρτίζεται από εκατό γερουσιαστές, εκ των οποίων οι εβδομήντα τέσσερις θα είναι περιφερειακοί σύμβουλοι, είκοσι ένας δήμαρχοι και πέντε θα επιλέγονται από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας.
Το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος θα είναι ούτως ή άλλως έγκυρο, έστω κι αν προσέλθει στις κάλπες ποσοστό χαμηλότερο από το 50% των εχόντων δικαίωμα ψήφου, αφού η μεταρρύθμιση έχει ήδη εγκριθεί από το κοινοβούλιο.
Παράλληλα, οι Ιταλοί καλούνται να αποφανθούν αν θα καταργηθούν οι νομαρχίες με τη σημερινή τους μορφή και το Εθνικό Συμβούλιο Οικονομίας και Εργασίας (Cnel). Σε ό,τι αφορά την σχέση της κεντρικής κυβέρνησης με τις περιφέρειες, ο νόμος που καλούνται να εγκρίνουν ή να καταψηφίσουν σήμερα οι Ιταλοί προβλέπει ότι η φορολογική πολιτική, οι υποδομές και η ενέργεια πρέπει να είναι αποκλειστικής αρμοδιότητας του κεντρικού κράτους, όχι κάθε δήμου και περιφέρειας. Προτείνεται, παράλληλα, η μείωση του αναγκαίου αριθμού ψήφων για να εκλέγεται ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας: από την τέταρτη ψηφοφορία θα είναι αρκετή μια πλειοψηφία τριών πέμπτων. Από την έβδομη ψηφοφορία και πέρα το απαιτούμενο όριο θα είναι τα τρία πέμπτα από όσους βουλευτές και γερουσιαστές συμμετέχουν στην ψηφοφορία.
Είναι σαφές βέβαια ότι, πέρα από την καθαυτή μεταρρύθμιση και τα ζητήματα που τίθενται, το δημοψήφισμα έχει αποκτήσει πολύ μεγαλύτερο βάρος, καθώς σε περίπτωση νίκης του «όχι», ο πρωθυπουργός Ματέο Ρέντσι ενδέχεται να εγκαταλείψει το αξίωμα. Το κύριο λάθος του, το οποίο αναγνώρισε και ο ίδιος, είναι πως επέλεξε να προσωποποιήσει την αναμέτρηση. Αλλά όπως έχει τονίσει ο ίδιος –ακόμη και τις τελευταίες ημέρες– «δεν είναι άνθρωπος που επιπλέει σε όλες τις συνθήκες» και «άλλοι είναι πολύ ικανότεροι να ακολουθούν και να εφαρμόζουν τις τακτικές αυτές».
Κρίσιμες εκλογές στην Αυστρία
Συνολικά 6,4 εκατομμύρια Αυστριακοί ψηφοφόροι καλούνται σήμερα στις κάλπες, για τρίτη φορά μέσα σε οκτώ μήνες, για να εκλέξουν τον νέο ομοσπονδιακό Πρόεδρο της χώρας τους, σε έναν επαναληπτικό γύρο των προεδρικών εκλογών, του οποίου το αποτέλεσμα θα είναι σε κάθε περίπτωση καθοριστικό, καθώς από την έκβασή τους κρίνεται εάν η Αυστρία θα είναι στο μέλλον η πρώτη χώρα της Ευρώπης που θα έχει πρόεδρο προερχόμενο από ένα ακροδεξιό κόμμα.
Ο μακρύς προεκλογικός αγώνας, η εκλογική κόπωση γενικά και η δυσμενής ημερομηνία διεξαγωγής του --σχεδόν παραμονές Χριστουγέννων -- επηρεάζουν το ποσοστό συμμετοχής, το οποίο αναμένεται να είναι χαμηλότερο από εκείνο στον προηγούμενο δεύτερο γύρο τους στις 22 Μαΐου κατά τον οποίο είχε ανέλθει στο 72,65%.
Το ποιος θα βρεθεί για τα επόμενα έξι χρόνια στο ύπατο αξίωμα της Αυστρίας, εκείνο του ομοσπονδιακού προέδρου της, θα είναι σαφές πιθανόν μόνο το απόγευμα της Δευτέρας ή ακόμη και το πρωί της Τρίτης, καθώς ο σημερινός επαναληπτικός γύρος των εκλογών δεν αναμένεται να δώσει ένα τελικό αποτέλεσμα λόγω του μεγάλου αριθμού των επιστολικών ψήφων που φέρεται να αγγίξουν ίσως και τις 700.000 και των οποίων η καταμέτρηση θα αρχίσει το πρωί της Δευτέρας.
Τα εκλογικά κέντρα κλείνουν στις 18:00, οπότε θα ανακοινωθούν πρώτα αποτελέσματα από καταμετρημένες ψήφους, ενώ για τις 20:30 αναμένεται το προσωρινό τελικό αποτέλεσμα, χωρίς όμως τις επιστολικές ψήφους.
Αν πιστέψει κανείς τις δημοσκοπήσεις των τελευταίων μηνών, όλες τους διαπιστώνουν πως η σημερινή εκλογική αναμέτρηση θα είναι μία μάχη "στήθος με στήθος", καθώς στα αποτελέσματά τους ελάχιστη εμφανίζεται η διαφορά μεταξύ των δύο υποψηφίων, του 72 χρονου υποστηριζόμενου από τους Πράσινους, πρώην αρχηγού τους επί 11 χρόνια Αλεξάντερ Βαν ντερ Μπέλεν και του 45χρονου υποψήφιου του ακροδεξιού εθνικιστικού Κόμματος των Ελευθέρων και υπαρχηγού του, του Νόρμπερτ Χοφερ, ο οποίος φέρεται να βρίσκεται σε πλεονεκτική θέση.