Ο κ. Μιχαηλίδης διέταξε όπως οι επιβληθείσες ποινές φυλάκισης συντρέχουν.
Εξήγησε πως η ποινή φυλάκισης που επέβαλε διαφοροποιείται ανάλογα με τα ελαφρυντικά του κάθε κατηγορούμενου που αυτά σχετίζονται με τις προσωπικές συνθήκες, προηγούμενες καταδίκες και τα λοιπά.
Αιτιολογώντας την ποινή, ο δικαστής ανέφερε πως τα αδικήματα που αντιμετωπίζουν οι τέσσερις Σέρβοι είναι σοβαρά και κάποια εξ αυτών ιδιαίτερα σοβαρά, σημειώνοντας πως για τα αδικήματα της πλαστογραφίας και της κυκλοφορίας πλαστών εγγράφων οι ποινές φυλάκισης ξεκινούν από 12 μήνες μέχρι και 10 έτη.
Ο κ. Μιχαηλίδης εξήγησε πως τα συγκεκριμένα αδικήματα έχουν συνέπειες τόσο στην αγορά εργασίας όσο και στην κοινωνική και οικονομική ζωή του τόπου, οπότε θεωρείται αναγκαία η επιβολή αποτρεπτικών ποινών.
Για σκοπούς μετριασμού της ποινής, ο κ. Μιχαηλίδης αναφέρθηκε στο λευκό ποινικό μητρώο των κατηγορούμενων, στη συνεργασία τους με την Αστυνομία, αλλά και στην άμεση παραδοχή τους στο δικαστήριο.
Επιπρόσθετα, έλαβε υπόψη, όπως ανέφερε, τις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις των κατηγορουμένων, αλλά και το γεγονός ότι ο πατέρας του 1ου κατηγορούμενου πάσχει από ανίατη ασθένεια και νοσηλεύεται σε Νοσοκομείο του Βελιγραδίου, ενώ οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι αποστέλλουν 200 ευρώ στην πατρίδα τους μηνιαίως, προς ενίσχυση των οικογενειών τους.
Ο κ. Μιχαηλίδης ανέφερε πως για τη 2η και τον 4ο κατηγορούμενο έλαβε υπόψιν του το νεαρό της ηλικίας τους.
Σε σχέση με την αναστολή της ποινής, που δεν τέθηκε από κανέναν από τους κατηγορούμενους, όπως ο δικαστής, ωστόσο ο ίδιος έκρινε ότι συντρέχουν λόγοι για αναστολή της ποινής.
Συγκεκριμένα, ο κ. Μιχαηλίδης ανέφερε πως οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν μεγάλα οικονομικά προβλήματα τόσο οι ίδιοι όσο και οι οικογένειες τους, αλλά και ότι ήρθαν στην Κύπρο για την εξεύρεση εργασίας. Είναι, συνέχισε, άνθρωποι, αν και νέοι, που έχουν ταλαιπωρηθεί στη ζωή τους, λέγοντας ενδεικτικά πως η ανέχεια είναι που τους έσπρωξε στην παρανομία.