Μάτια βουρκωμένα, απόγνωση, θλίψη και οργή. Με δυσκολία βγαίνουν οι λέξεις από το στόμα. Το δάσος μας, όπως το χαρακτηρίζουν οι κάτοικοι της κοιλάδας της Σολέας, δεν θα είναι ποτέ το ίδιο και τους πνιγεί το δίκαιο.
Βγαίνουν από τα σπίτια τους και βλέπουν στις κάποτε ολοπράσινες πλαγιές των βουνών, όλα μαύρα. Όλα καμένα.
Ο κύριος Λάκης από τα Σπήλια, πέντε μέρες δεν έκλεισε μάτι. Μοίραζε είδη πρώτης ανάγκης, έσβηνε φωτιές, καθοδηγούσε τους αρμόδιους πως να διασχίσουν τα βουνά, έκανε ό,τι περνούσε από το χέρι του. Λέει «δεν τα καταφέραμε» και βουρκώνει.
Έχουμε τεράστιες ανάγκες, δηλώνει ο κοινοτάρχης των Σπηλιών.
Η υδροδότηση έχει διακοπεί στην κοινότητα, ενώ η οικολογική καταστροφή είναι τεράστια.
Η κυρία Στέλλα και ο σύζυγος της συνταξιούχοι από τα Καννάβια δεν μπορούν να πιστέψουν το κακό που τους βρήκε.
Από την πρώτη ημέρα της φωτιάς αρρώστησα, περιγράφει η κυρία Στέλλα.
Της έλεγαν να μετακινηθεί και δεν ήθελε να φύγει από το σπίτι της, από τον τόπο της.
Παρά τον πόνο και την απόγνωση, στέλνουν μήνυμα αισιοδοξίας.
Δηλώνουν αποφασισμένοι να κάνουν ότι μπορούν για να ξαναγίνουν πράσινοι οι τόποι τους. Όσα χρόνια και αν χρειαστεί, εμείς, λένε, θα το παλέψουμε.