Στην Επιτροπή Εσωτερικών και Νομικών της Βουλής άρχισε την Πέμπτη η συζήτηση για το νομοσχέδιο για το σύμφωνο συμβίωσης.
Στην Επιτροπή ακούστηκαν σήμερα οι απόψεις όλων των εμπλεκομένων (Υπουργείων Εσωτερικών και Παιδείας, Εκκλησίας, νομικής υπηρεσίας, επιτρόπου νομοθεσίας, επιτρόπου διοίκησης, οργανώσεων και φορέων κ.λπ.) και η συζήτηση θα συνεχιστεί την ερχόμενη εβδομάδα κατά την οποία οι Βουλευτές θα έχουν την ευκαιρία να υποβάλουν ερωτήσεις.
Από τις τοποθετήσεις σήμερα στην Επιτροπή διαφάνηκε και πάλι ότι η Εκκλησία είναι κάθετα αντίθετη στο νομοσχέδιο και θεωρεί ότι πρόκειται για έναν αχρείαστο νεωτερισμό. Εναντίον τάσσεται και ο Σύνδεσμος Αντιμετώπισης Κοινωνικών Προβλημάτων (ΣΑΚΟΠ). Οι υπόλοιποι φορείς χαιρετίζουν την κατάθεση του νομοσχεδίου και θεωρούν ότι πρόκειται για μια αναγκαιότητα της κυπριακής κοινωνίας. Εκφράστηκαν όμως κάποιοι επιμέρους προβληματισμοί που αφορούν για παράδειγμα το θέμα της υιοθέτησης παιδιών από ομόφυλα ζευγάρια και της πρόληψης εμφάνισης ρατσιστικών επεισοδίων και σχολικού εκφοβισμού, αλλά και της σωστής σεξουαλικής διαπαιδαγώγησης των παιδιών.
Ο αναπληρωτής Γενικός Διευθυντής του ΥΠΕΣ Κωνσταντίνος Νικολαϊδης, παρουσιάζοντας το νομοσχέδιο ανέφερε ότι το σύμφωνο συμβίωσης αφορά αποκλειστικά τις σχέσεις πολίτη – κράτους. Πρόκειται, είπε, για συμφωνία που συνάπτεται από δύο πρόσωπα και προβλέπει τους όρους συμβίωσης και τα έννομα αποτελέσματα της, που είναι αντίστοιχα με αυτά που προβλέπονται στον περί γάμου νόμο.
Το σύμφωνο, όπως αναφέρεται στο νομοσχέδιο, θα έχει τηρουμένων των αναλογιών, τα αντίστοιχα αποτελέσματα και τις συνέπειες ως να είχε τελεστεί γάμος. Εισάγει επίσης πρόνοιες αναφορικά με τη ρύθμιση ζητημάτων που αφορούν στην ιδιότητα παιδιών, έχει πρόνοιες για τις διαδικασίες λύσης του συμφώνου και καθορίζει και τα κριτήρια που λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο για έκδοση διατάγματος λύσης.
Στη συζήτηση παρευρέθηκε και ο ΥΠΕΣ Σωκράτης Χάσικος.
Από πλευράς Εκκλησίας τοποθετήθηκε ο Επίσκοπος Καρπασίας Χριστοφόρος, ο οποίος τόνισε πως η Εκκλησία δεν είναι απέναντι στην κοινωνία, αλλά μέρος και προέκτασή της και δεν πρέπει να αντικρίζεται ότι αποπνέει ένα στείρο συντηρητισμό.
Ανέφερε ακόμη ότι η ψήφιση του νομοσχεδίου δεν είναι απαίτηση της κοινωνίας αλλά έξωθεν προσπάθεια επιβολής ενός ζητήματος που συμβαίνει αλλού.
Ο Επίσκοπος Καρπασίας είπε ακόμη ότι πρόκειται για κάτι ξένο προς τα δικά μας ήθη, το χαρακτήρισε αλόγιστο νεωτερισμό που εξομοιώνει την οποιαδήποτε μορφή συμβίωσης με το γάμο.
Η Επίτροπος Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού Λήδα Κουρσουμπά εξέφρασε την ευαρέσκειά της για τις διατάξεις του νομοσχεδίου, λέγοντας ότι κατοχυρώνονται πλήρως τα δικαιώματα των παιδιών. Επεσήμανε όμως ότι δεν προβλέπει πρόνοιες για παιδιά από 16 έως 18 ετών, αντίστοιχες με αυτές στον περί γάμου νόμο.
Εξάλλου, σε δηλώσεις μετά τη συνεδρίαση και ερωτηθείσα για το θέμα της υιοθεσίας παιδιών από ομόφυλα ζευγάρια, η κ. Κουρσουμπά εξέφρασε την άποψη ότι το θέμα είναι κατά πόσον το ζευγάρι αυτό μπορεί να διασφαλίσει τα καλώς νοούμενα συμφέροντα του παιδιού.
Από πλευράς νομικής υπηρεσίας αναφέρθηκε ότι κύριο μέλημα ήταν να μην υπάρχουν αντισυνταγματικές πρόνοιες, που να μην συνάδουν με τα ανθρώπινα δικαιώματα, να μην κατοχυρώνουν τα παιδιά κ.λπ.
Ο επικεφαλής του γραφείου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στην Κύπρο Γιώργος Μαρκοπουλιώτης είπε ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε σύσταση ή ευρωπαϊκή οδηγία για το ζήτημα αυτό, η ρύθμιση του οποίου αφήνεται στα κράτη μέλη δια της εθνικής νομοθεσίας. Επισήμανε όμως ότι 18 κράτη μέλη έχουν ρυθμίσει το θέμα νομικά.
Από πλευράς δικηγορικού συλλόγου αναφέρθηκε ότι ναι μεν η αντιμετώπιση είναι θετική, όμως θα πρέπει να δοθεί χρόνος για να εξεταστούν πρόνοιες της νομοθεσίας, ζητήματα ερμηνείας και σύγκρουσης με το νομοσχέδιο για το οικογενειακό δίκαιο.
Το νομοσχέδιο χαιρέτισαν εκπρόσωποι της οργάνωσης Accept-ΛΟΑΤ και των Συνδέσμων ψυχολόγων και κοινωνιολόγων, της εθνικής επιτροπής βιοηθικής και του Ομίλου Άθεων Κύπρου. Υπέρ τάχθηκαν επίσης εκπρόσωποι των νεολαιών των κομμάτων.
Ο Εκπρόσωπος των ΛΟΑΤ τόνισε ότι με το νομοσχέδιο δίνεται το δικαίωμα των ατόμων αυτών στην οικογενειακή ζωή και δίνονται απαντήσεις και λύσεις σε υπαρκτά τους προβλήματα στην καθημερινότητά τους.
Εκπρόσωπος του Ομίλου Άθεων Κύπρου ανέφερε ότι το νομοσχέδιο δεν αφορά μόνο τα ομόφυλα ζευγάρια αλλά όσους δεν θέλουν να παντρευτούν με παραδοσιακό τρόπο.
Είπε ακόμη ότι το θέμα δεν είναι θρησκευτικό ή νομικό και ότι ούτε η Εκκλησία, ούτε το κράτος πρέπει να έχει λόγο στο πώς κάποιος θα ζει τη ζωή του.
Εναντίον τάχθηκε ο Σύνδεσμος Αντιμετώπισης Κοινωνικών Προβλημάτων ΣΑΚΟΠ, αναφέροντας ότι θα αυξηθούν τα διαζύγια και θα υπάρξουν και άλλες δυσμενείς επιπτώσεις στις επιχειρήσεις, στα παιδιά και το μέλλον τους.
Οι Πρόεδροι των επιτροπών Νομικών και Εσωτερικών Σωτήρης Σαμψών και Γιάννος Λαμάρης, σε δηλώσεις μετά την συνεδρίαση επεσήμαναν το θετικό κλίμα που επικράτησε.
Για το επίμαχο θέμα των υιοθεσιών, ο κ. Σαμψών είπε ότι το υπό συζήτηση νομοσχέδιο δεν αφορά σε θέματα υιοθεσίας, τα οποία ρυθμίζονται με άλλη νομοθεσία.
Ο κ. Λαμάρης είπε ότι η κοινωνία απέδειξε την ωριμότητά της και ότι είναι πολλές φορές και πιο ώριμη από τους επικεφαλής της.
Για τις υιοθεσίες είπε ότι αφορούν άλλη νομοθεσία και ότι το υφιστάμενο πλαίσιο δεν έχει απαγορεύσει ούτε σε μονογονιούς ούτε και σε μη νόμιμα παντρεμένα ζευγάρια να υιοθετήσουν.
Η Βουλευτής του ΔΗΚΟ Αθηνά Κυριακίδου μίλησε για ανάγκη της κοινωνίας να αναγνωρίσει τα ανθρώπινα δικαιώματα τα οποία πηγάζουν από το σύμφωνο, τόνισε όμως ότι πρέπει να ξεκαθαρίσει το θέμα της συζήτησης για την υιοθεσία των παιδιών.
Ελίζα Σαββίδου: Αναγκαία και επιβεβλημένη η ψήφιση του συμφώνου συμβίωσης
Τη θέση ότι κρίνεται αναγκαία και επιβεβλημένη η άμεση προώθηση της ψήφισης του συμφώνου συμβίωσης χωρίς να παρεισφρήσουν στην πορεία ρυθμίσεις που θα φαλκιδεύουν τον ίδιο το σκοπό αυτού του αξιόλογου εγχειρήματος, εκφράζει η Επίτροπος Διοικήσεως και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων Ελίζα Σαββίδου.
Σε Σημείωμα της Αρχής κατά των Διακρίσεων επί του νομοσχεδίου για το Σύμφωνο Συμβίωσης, η κ. Σαββίδου αναφέρει ότι στην περίπτωση των ομόφυλων ζευγαριών, το σύμφωνο συμβίωσης αποτελεί τη μοναδική επιλογή για την πρόσδοση έννομων συνεπειών στη συμβίωση τους.
Σημειώνει ότι η άποψη που έχει εκφράσει επανειλημμένα είναι ότι η νομική αναγνώριση των σταθερών συμβιώσεων κρίνεται απαραίτητη, αφού θα διασφαλίσει ένα minimum δικαιωμάτων στους πολίτες που επιλέγουν αυτή τη μορφή οργάνωσης της προσωπικής και οικογενειακής του ζωής.
“Πάγια και σταθερή θέση μου είναι ότι η θεσμοθέτηση του συμφώνου θα συμβάλει ταυτόχρονα, στη διασφάλιση της ισότιμης μεταχείρισης, αλλά και στην καταπολέμηση των πολλαπλών διακρίσεων και στην εξάλειψη της στρεβλής εικόνας, της άγνοιας και των προκαταλήψεων σε βάρος αυτής της κοινωνικής ομάδας. Οι θέσεις μου για το ζήτημα έχουν αναλυθεί εκτενώς τόσο σε σχετική μου Έκθεση όσο και σε Τοποθέτηση που υποβλήθηκε τον περασμένο Σεπτέμβριο στα πλαίσια των διαβουλεύσεων που κάλεσε το Υπουργείο Εσωτερικών”, προσθέτει.
Το παρόν νομοσχέδιο, συνεχίζει η κ. Σαββίδου, είναι κομβικής σημασίας για την κυπριακή πολιτεία και κοινωνία, καθώς αναδεικνύει δύο κρίσιμες παραμέτρους. Η πρώτη είναι η ανάγκη άρσης των διακρίσεων στη βάση του σεξουαλικού προσανατολισμού και η θεσμική αναγνώριση σχέσεων του ιδιωτικού βίου, οι οποίες βρίσκονταν μέχρι τώρα σε μια θεσμικά αθέατη ζώνη. Η δεύτερη παράμετρος είναι η παραδοχή ότι οι διαπροσωπικές και οικογενειακές σχέσεις μετεξελίσσονται και αναδιπλώνονται πέραν των παραδοσιακών θεσμών αξιώνοντας παράλληλα ισότιμη προστασία και διαφύλαξη των δικαιωμάτων που απορρέουν από αυτές.
Είναι ξεκάθαρο, σημειώνει, ότι η απαίτηση για θεσμοθέτηση του συμφώνου συμβίωσης δεν αναζητεί να αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο ζουν οι υπόλοιποι, πόσο μάλλον το θεσμό, τις υποχρεώσεις και εν γένει τις έννομες συνέπειες που προκύπτουν από το γάμο.
Αυτό που αναζητείται, συνεχίζει, είναι η κατοχύρωση του δικαιώματος του κάθε ατόμου να διαμορφώνει αυτόνομα τη ζωή του και να επιλέγει ανεπηρέαστα, χωρίς αρνητικές συνέπειες και χωρίς διακρίσεις, τον ή την σύντροφο του.
Η κ. Σαββίδου αναφέρει πως η συμπερίληψη των ομόφυλων συμβιώσεων στο πεδίο εφαρμογής της προτεινόμενης νομοθεσίας για το σύμφωνο συμβίωσης ανταποκρίνεται στην υποχρέωση της πολιτείας να προάγει την αρχή της ισότητας και να μην προβαίνει σε διακρίσεις στη βάση του σεξουαλικού προσανατολισμού, ο οποίος θεωρείται από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ως «ύποπτος» (suspect) λόγος διάκρισης και όπου το περιθώριο εκτίμησης (margin of appreciation) των κρατών μελών στη διαφορετική μεταχείριση είναι πιο στενό .
Αυτό συνεπάγεται, αναφέρει, ότι τα κράτη μέλη φέρουν το βάρος απόδειξης ότι τα μέτρα που επέλεξαν είναι όχι μόνο κατάλληλα αλλά και απαραίτητα για την εκπλήρωση του επιδιωκόμενου νόμιμου σκοπού.
Γνωστή, σημειώνει, είναι η πρόσφατη απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) στην υπόθεση Βαλλιανάτος κ.α κατά Ελλάδας, το οποίο έκρινε ότι η παράλειψη της ελληνικής πολιτείας να συμπεριλάβει και τα ομόφυλα ζευγάρια στο πεδίο εφαρμογής της νομοθεσίας για το σύμφωνο συμβίωσης, συνιστά παραβίαση του άρθρου 8 (δικαίωμα στην ιδιωτική ζωή) και 14 (απαγόρευση διακρίσεων) της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ).
Η Ελλάδα, συνεχίζει, έπρεπε να καταδείξει για ποιο λόγο ήταν απαραίτητο να αποκλείσει τα ομόφυλα ζευγάρια από το πεδίο εφαρμογής του συμφώνου συμβίωσης προκειμένου να πετύχει το νόμιμο σκοπό της προστασία της παραδοσιακής οικογένειας.
“Το Δικαστήριο τόνισε ότι τα ομόφυλα ζευγάρια εισέρχονται σε σταθερές και μακρόχρονες σχέσεις όπως και τα ετερόφυλα και άρα βρίσκονται σε μια κατάσταση συγκρίσιμη. Συνεπώς η εξαίρεση των ομοφύλων ζευγαριών από μια νομοθεσία που προσιδιάζει στις σχέσεις που αναπτύσσουν και τα ετερόφυλα ζευγάρια, συνιστά παραβίαση των άρθρων 8 και 14”, πρόσθεσε.
To Δικαστήριο στην απόφαση του, συνεχίζει η κ. Σαββίδου, τονίζει εμφατικά ότι «το κράτος κατά την επιλογή των μέσων που αφορούν την προστασία της οικογένειας και διασφαλίζουν το σεβασμό για την οικογενειακή ζωή, όπως ορίζεται από το άρθρο της ΕΣΔΑ, πρέπει να λάβει απαραιτήτως υπόψη τις εξελίξεις στην κοινωνία και τις αλλαγές στις αντιλήψεις στα κοινωνικά και πολιτικά ζητήματα και τις σχέσεις συμπεριλαμβανομένου του γεγονότος ότι δεν υπάρχει ένας τρόπος ή μια επιλογή για τη ρύθμιση της οικογενειακής ή ιδιωτικής ζωής του ατόμου […]». Υπενθυμίζεται μάλιστα ότι το ΕΔΔΑ σε διαδοχικές αποφάσεις του έχει αναγνωρίσει ότι η σταθερή συμβίωση δυο ομοφύλων προσώπων συνιστά οικογενειακή ζωή και προστατεύεται ως τέτοια .
“Όταν το κράτος επιλέξει να προνοήσει νομοθετικά για την αναγνώριση των συμβιώσεων, ετερόφυλων και ομόφυλων διαθέτει μεν ένα περιθώριο εκτίμησης ως προς το ακριβές περιεχόμενο που θα δώσει στην αναγνώριση αυτή, ωστόσο χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή στη διαβάθμιση των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων που απορρέουν από τις συμβιωτικές σχέσεις ώστε, έχοντας ως δεδομένο ότι το σύμφωνο συμβίωσης είναι η μόνη επιλογή για τα ομόφυλα ζευγάρια, να μην προκύπτει de facto διάκριση στη βάση του σεξουαλικού προσανατολισμού. Με άλλα λόγια, το σύμφωνο συμβίωσης, ως μία εξ ορισμού εναλλακτική ρύθμιση της συμβίωσης, μπορεί να χαρακτηρίζεται από ευελιξία όσον αφορά τη σύναψη και τη λύση του, χωρίς αυτό να συνεπάγεται μια χαλαρότητα και υποβάθμιση των δικαιωμάτων που απορρέουν από τη συμβιωτική σχέση”, προσθέτει.
“Με ικανοποίησή μου διαπιστώνω”, συνεχίζει, “ότι στο τελικό κείμενο του νομοσχεδίου αφαιρέθηκαν, σύμφωνα και με την εισήγηση που υπέβαλα στην Τοποθέτησή μου στα πλαίσια της διαδικασίας των διαβουλεύσεων επί του αρχικού κειμένου του νομοσχεδίου, οι διατάξεις που εισήγαγαν ένα προληπτικό έλεγχο εικονικότητας του συμφώνου συμβίωσης κατά τρόπο δυσανάλογο σε σχέση με τον έλεγχο εικονικότητας του γάμου”. Συνεχίζει η κ. Σαββίδου ότι “είχα συγκεκριμένα τονίσει ότι αντιλαμβάνομαι τις ανησυχίες για ενδεχόμενη κατάχρηση του συμφώνου, ωστόσο θεωρώ ότι αυτή δεν πρέπει να προεξοφλείται αλλά να αντιμετωπίζεται με σαφείς, δίκαιες και ξεκάθαρες διαδικασίες που να μην έρχονται σε αντίθεση με την υποχρέωση σεβασμού της ιδιωτικής ζωής”.
Σκοπός του συμφώνου συμβίωσης, και της κάθε αντίστοιχης πολιτικής ένωσης, αναφέρει η Επίτροπος, είναι η ρύθμιση των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων των ζευγαριών που δεν επιθυμούν να παντρευτούν, ανεξάρτητα από το εάν έχουν ή επιθυμούν να αποκτήσουν παιδιά. Σύμφωνα και με το ΕΔΔΑ, προσθέτει, ο αποκλεισμός των ομόφυλων ζευγαριών από το σύμφωνο συμβίωσης δεν δικαιολογείται με την επίκληση της, κατά τα άλλα, θεμιτής προστασίας των δικαιωμάτων του παιδιού εφόσον παρέχεται η δυνατότητα σε ετερόφυλα ζευγάρια, ανεξαρτήτως της ύπαρξης παιδιών ή της επιθυμίας τους για τεκνοποίηση, να ρυθμίσουν μέσω αυτής της νομοθεσίας τη σχέση τους .
Σε κάθε περίπτωση, σημειώνει, μέσα από τη νομολογία του Δικαστηρίου του Στρασβούργου και η έννοια του γάμου έχει αποσυνδεθεί από τον σκοπό της τεκνοποιίας, ενώ η οικογένεια προστατεύεται αυτοτελώς, δηλαδή ανεξάρτητα από το δικαίωμα σύναψης γάμου.
“Η οικογενειακή ζωή, όπως αυτή προστατεύεται από το άρθρο 8 της Σύμβασης, δεν περιορίζεται μόνο στις οικογένειες που διαμορφώνονται στα πλαίσια του γάμου, αλλά μπορεί να εκτείνεται και σε de facto σχέσεις . Για να κριθεί δε κατά πόσο μια σχέση εμπίπτει στον ορισμό της «οικογενειακής ζωής», συνεκτιμούνται στοιχεία όπως η συμβίωση του ζευγαριού, η διάρκεια της σχέσης και η εκδήλωση της αφοσίωσης του ενός προσώπου προς το άλλο με την απόκτηση παιδιών ή με άλλους τρόπους”, προσθέτει.
Στο υπό συζήτηση νομοσχέδιο, συμπληρώνει η κ. Σαββίδου, το ζήτημα της από κοινού υιοθεσίας παιδιών δεν προβλέπεται ρητά. Σε κάθε περίπτωση το ζήτημα αυτό εκφεύγει του σκοπού της συγκεκριμένης νομοθεσίας και η όποια ενδεχόμενη ρύθμισή του στο μέλλον θα προκρίνει και θα αποσκοπεί στη διασφάλιση των βέλτιστων συμφερόντων του παιδιού. Όπως εξάλλου έχει τονίσει το ΕΔΔΑ, η υιοθεσία αποσκοπεί στο να δοθεί στο παιδί μια οικογένεια, όχι μια οικογένεια σε ένα παιδί.