Με γραπτή ανακοίνωση και αφού ακύρωσε την δημοσιογραφική διάσκεψη που είχε προανήγγειλε ο βοηθός γενικός εισαγγελέας Ρίκκος Ερωτοκρίτου. Τόνισε ότι για τα ποινικά αδικήματα που του αποδίδονται, στο κατηγορητήριο το οποίο καταχωρήθηκε χθες όσα έχει να πει θα τα πει στο δικαστήριο πρόσθεσε όμως ότι Ουδεμία σχέση έχει με τα ποινικά αδικήματα που του αποδίδονται.
« Σημειώνω, πως πριν ακόμη από την επίδοση σε εμένα του κατηγορητηρίου, που έγινε σήμερα 20.5.2015, έχω παρατηρήσει πως έχουν εκδοθεί από χθες 19.5.2015, δύο ανακοινώσεις εκ μέρους της Νομικής Υπηρεσίας, ως επίσης, έχει γίνει στοχευμένη από τα χθες, και επιλεγμένη διαρροή εγγράφων, και πληροφοριών προς τον Τύπο. Το κάθε τι θα τύχει της δέουσας απάντησης εκ μέρους μου στον κατάλληλο χρόνο», ανέφερε ο κ Ερωτοκρίτου.
Κατηγορούμενοι στην υπόθεση είναι ο βοηθός Γενικός Εισαγγελέας Ρίκκος Ερωτοκρίτου ο δικηγόρος Ανδρέας Κυπρίζογλου, ο οποίος εργάζεται στο δικηγορικό γραφείου Ρίκκου Ερωτοκρίου το δικηγορικό γραφείο Ανδρέας Νεοκλέους και ο δικηγόρος Παναγιώτης Νεοκλέους.
Την ίδια ώρα οι εισαγγελείς που χειρίστηκαν τον φάκελο Ρίκκου Ερωτοκρίτου με ανακοίνωση τους χαρακτηρίζουν παντελώς αβάσιμους και αναληθείς τους ισχυρισμούς ότι αποφάσισαν να επιληφθούν του ανακριτικού φακέλου της Αστυνομίας με τις καταγγελίες εναντίον του Βοηθού Γενικού Εισαγγελέα Ρίκκου Ερωτοκρίτου, κατόπιν απειλών που δέχθηκαν για λήψη πειθαρχικών μέτρων εναντίον τους από τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας.
H πρώτη ακρόαση της υπόθεσης ορίστηκε για την Τρίτη, 26 Μαΐου, για παραπομπή στο Κακουργιοδικείο Λευκωσίας. Τη Δευτέρα, 25 Μαΐου, ο Βοηθός Γενικός Εισαγγελέας αναμένεται να παρουσιαστεί ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου, όπου θα εξεταστεί το αίτημα του Γενικού Εισαγγελέα για απόλυσή του από τη θέση.
Εισαγγελείς: Αβάσιμοι οι ισχυρισμοί περί απειλών
Παντελώς αβάσιμους και αναληθείς χαρακτηρίζουν οι Εισαγγελείς της Δημοκρατίας τους ισχυρισμούς ότι αποφάσισαν να επιληφθούν του ανακριτικού φακέλου της Αστυνομίας με τις καταγγελίες εναντίον του Βοηθού Γενικού Εισαγγελέα Ρίκκου Ερωτοκρίτου, κατόπιν απειλών που δέχθηκαν για λήψη πειθαρχικών μέτρων εναντίον τους από τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, καθώς και ότι ο φάκελος δεν έτυχε αντικειμενικής και αμερόληπτης εξέτασης.
«Πιστεύουμε ότι, η εκτέλεση εκ μέρους μας των οδηγιών του Γενικού Εισαγγελέα, όχι μόνο δεν έπληξε το κύρος της Νομικής Υπηρεσίας, αλλά συνέτεινε στο να το διασώσει, αποδεικνύοντας ότι εκτελούμε στο ακέραιο το καθήκον μας υπό αντίξοες και απαράδεκτες συνθήκες, υπό τις οποίες εδώ και αρκετό καιρό όλοι οι Λειτουργοί της Νομικής Υπηρεσίας αναγκάστηκαν να λειτουργούν» αναφέρεται σε σχετική ανακοίνωση.
Οι Εισαγγελείς, οι οποίοι υπηρετούν στην αμέσως μετά τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και τον Βοηθό Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, ανώτατη θέση της ιεραρχίας της Νομικής Υπηρεσίας, αναφέρουν ότι η απόφασή τους βρέθηκε στο επίκεντρο δημόσιας συζήτησης.
«Σκοπός της παρούσας ανακοίνωσης μας δεν είναι να εμπλακούμε στη δημόσια αυτή συζήτηση, ούτε σε δημόσιο διάλογο ή αντιπαράθεση επί των ενεργειών και των αποφάσεών μας» συμπληρώνεται.
Προστίθεται ότι «οι ισχυρισμοί αυτοί είναι παντελώς αβάσιμοι και αναληθείς» ενώ ακολούθως αναφέρεται ότι οι Εισαγγελείς ακολούθησαν «τις καθόλα νόμιμες οδηγίες του Γενικού Εισαγγελέα, στην απουσία οποιασδήποτε νομικά/συνταγματικά προσφερόμενης εναλλακτικής λύσης και θεωρήσαμε ότι είχαμε υποχρέωση και καθήκον να τις εκτελέσουμε».
Το πράξαμε με πάσα αμεροληψία και αντικειμενικότητα, συνεχίζει η ανακοίνωση, συναισθανόμενοι πλήρως το βάρος της ευθύνης που μας βάραινε, αλλά και την ιδιάζουσα κατάσταση, στην οποία βρεθήκαμε, δεδομένου ότι ο καταγγέλλων ήταν ο Βοηθός Γενικός Εισαγγελέας και οι καταγγελίες στρέφονταν εναντίον του Γενικού Εισαγγελέα και άλλων προσώπων.
«Απόδειξη τούτου είναι, μεταξύ άλλων, η αυτοεξαίρεση δύο εκ των Εισαγγελέων λόγω του γεγονότος ότι είχαν δώσει κατάθεση στην εν λόγω υπόθεση και είχαν ιδία γνώση κάποιων εκ των γεγονότων» προστίθεται.
Οι Εισαγγελείς αναφέρουν επίσης ότι η κατάληξή τους ότι οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί ήταν αβάσιμοι και ατεκμηρίωτοι, ήταν απόρροια της αντικειμενικής τους κρίσης στη βάση του συνόλου του μαρτυρικού υλικού που τέθηκε ενώπιον τους, από το οποίο δεν προέκυπτε ίχνος μαρτυρίας που να δικαιολογούσε την περαιτέρω διερεύνηση της υπόθεσης.
Σημειώνεται, συνεχίζουν, ότι η Αστυνομία, στην έκθεσή της, με την οποία ζητούσε από τον Γενικό Εισαγγελέα νομική συμβουλή σε σχέση με πιθανές περαιτέρω ενέργειες, κατέληγε και η ίδια στο συμπέρασμα ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε αναφορά σε οποιοδήποτε αντάλλαγμα ή ωφέλημα, το οποίο να εδόθη από ή σε οποιοδήποτε πρόσωπο.
Αθώος δηλώνει ο Ρίκκος
Αναλυτικά η ανακοίνωση του κ. Ερωτοκρίτου:
Ουδεμία σχέση έχει με τα αδικήματα που του αποδίδονται, δηλώνει ο Βοηθός Γενικός Εισαγγελέας Ρίκκος Ερωτοκρίτου σε σχέση με το κατηγορητήριο που καταχωρήθηκε χθες εναντίον του και τριών άλλων προσώπων.
Οπως αναφέρεται σε γραπτή δήλωσή του, αφού το μελετήσει, ότι έχει να πει, θα το καταθέσει στο Δικαστήριο, ενώ προσθέτει πως πριν ακόμη από την επίδοση του κατηγορητηρίου στον ίδιο, που έγινε σήμερα 20.5.2015, έχει παρατηρήσει πως έχουν εκδοθεί από χθες 19.5.2015, δύο ανακοινώσεις εκ μέρους της Νομικής Υπηρεσίας, ως επίσης, έχει γίνει στοχευμένη από τα χθες, και επιλεγμένη διαρροή εγγράφων, και πληροφοριών προς τον Τύπο. “Το κάθε τι, θα τύχει της δέουσας απάντησης εκ μέρους μου στον κατάλληλο χρόνο”, προσθέτει.
Αναφορικά με τη ζητούμενη δημόσια, εκ μέρους διαφόρων, παραίτησή του από τα καθήκοντά του ο κ. Ερωτοκρίτου αναφέρει πως “ούτε ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας παραιτήθηκε, παρά το ότι ζητήθηκε η παραίτησή του, από πολιτικά πρόσωπα, όταν εκκρεμούσαν και εξετάζονταν από τον ίδιο, μέσω των υφισταμένων του οι εναντίον του κατηγορίες. Συνεπώς”, συνεχίζει, “κάποιοι ας θυμηθούν τις αντιστοιχίες πριν να τοποθετούνται δημόσια”.
Τέλος, ο κ. Ερωτοκρίτου δηλώνει ότι έχει δώσει οδηγίες στους δικηγόρους του, για να υπερασπιστούν την εκ του κατεστημένου, και κύκλων του εξωτερικού, προερχόμενη υπόθεση που έχει καταχωρηθεί στο Ανώτατο Δικαστήριο, και είναι ορισμένη στις 25.5.2015.
Ζητά από τον Πρόεδρο της Βουλής να εγγράψει θέμα
Παράλληλα ο Ρίκκος Ερωτοκρίτου, με επιστολή προς τον πρόεδρο της Βουλής, του ζητά να εγγράψει θέμα συζήτησης στη Βουλή, σχετικά με τη διαδικασία που ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ακολούθησε, για την εξέταση των εναντίον του παραπόνων, από αστυνομικό φάκελο που του παραδόθηκε από τον Αρχηγό Αστυνομίας.
Οπως αναφέρει σε επιστολή που απέστειλε σήμερα στον Πρόεδρο της Βουλής και κοινοποίησε στον Πρόεδρο της Επιτροπής Θεσμών Νίκο Νικολαΐδη, ο πιο πάνω φάκελος, αντί να τύχει εξέτασης αντικειμενικά και με αμεροληψία, με το να ζητήσει ο ίδιος ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας από το Υπουργικό Συμβούλιο, με βάση το Αρθρο 4 της Ποινικής Δικονομίας, Κεφ. 155, το διορισμό ανεξάρτητων ποινικών ανακριτών για να ερευνηθεί το παράπονο εναντίον του, ή τουλάχιστον, να αναθέσει σε ανεξάρτητο/ους, ιδιώτη/τες δικηγόρο/ους την έρευνα χωρίς την εμπλοκή της Νομικής Υπηρεσίας, ενήργησε ακριβώς αντίθετα.
Αντί των πιο πάνω, συνεχίζει ο κ. Ερωτορκίτου στην επιστολή του, “επικαλούμενος κώλυμα για τον εαυτόν του, να εξετάσει ο ίδιος τις πιο πάνω κατηγορίες, αφού, τον αφορούσαν ως κατηγορούμενο, ανάθεσε σε υφιστάμενους του Εισαγγελείς, την εξέταση των εναντίον του καταγγελιών, με φυσιολογικότατη κατάληξη την απαλλαγή του από τις κατηγορίες το κλείσιμο και του φακέλου”.
Ο κ. Ερωτοκρίτου αναφέρει στη συνέχεια πως προκειμένου να ερευνηθούν τα εναντίον του ισχυριζόμενα παραπτώματα ή και πράξεις, ο ίδιος το Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, διόρισε τρεις ποινικούς ανακριτές και τέσσερις ιδιώτες δικηγόρους εκτός της Νομικής Υπηρεσίας. “Ενώ, για την εναντίον του υπόθεση” (του Γενικού Εισαγγελέα), “ακολούθησε την πιο πάνω αδιαφανή και παραβιάζουσα την αρχή του κράτους δικαίου, διαδικασία”, προσθέτει.
Καταλήγοντας, απευθύνει παράκληση στον κ. Ομήρου όπως εγγραφεί σχετικό θέμα προς συζήτηση στη Βουλή, με κεντρικό άξονα το ερώτημα, του “κατά πόσον η ανάθεση των πιο πάνω κατηγοριών εναντίον του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, από τον ίδιο τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας που ευρίσκοντο μέσα στον αστυνομικό φάκελο που παραδόθηκε στον ίδιο, εξετάστηκαν με οδηγίες του, από υφιστάμενους του Εισαγγελείς, συμβαδίζει με τις αρχές του κράτους δικαίου, τις αρχές της φυσικής δικαιοσύνης, της αντικειμενικότητας και της αμεροληψίας, στη διερεύνηση ποινικών υποθέσεων”.
Οι κατηγορίες
Χθες με οδηγίες του Γενικού Εισαγγελέα Κώστα Κληρίδη και στη βάση του πορίσματος του ποινικού ανακριτή Παναγιώτη Καλλή καταχωρήθηκε ποινική υπόθεση στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας
Κατηγορούμενοι στην υπόθεση είναι:
Ο βοηθός Γενικός Εισαγγελέας Ρίκκος Ερωτοκρίτου
Ο δικηγόρος Ανδρέας Κυπρίζογλου, ο οποίος εργάζεται στο δικηγορικό γραφείου Ρίκκου Ερωτοκρίου
Το δικηγορικό γραφείο Ανδρέας Νεοκλέους και ο δικηγόρος Παναγιώτης Νεοκλέους.
Στις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν οι τέσσερις κατηγορούμενοι περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων:
Δεκασμό δημοσίου λειτουργού
Δωροληψία για επίδειξη εύνοιας από δημόσιο λειτουργό
Δωροδοκία Αξιωματούχων
Συναλλαγές με αντιπροσώπους, οι οποίες υποδηλώνουν διαφθορά
Κατάχρηση εξουσίας
Συνωμοσία για ανατροπή της πορείας της Δικαιοσύνης και
Συνωμοσία προς καταδολίευση