Στη σημερινή κρίσιμη συνεδρίαση του διοικητικού συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας είναι στραμμένα όλα τα βλέμματα, καθώς θα εξεταστούν οι όροι παροχής ρευστότητας μέσω του μηχανισμού έκτακτης ρευστότητας ELA στις τράπεζες της Ελλάδας.
Η ελληνική κυβέρνηση ρίχνει το βάρος της στη σημερινή συνεδρίαση, προκειμένου να πείσει τον Μάριο Ντράγκι να δώσει την πολυπόθητη ανάσα ρευστότητας στην ελληνική οικονομία μέχρι την οριστική συμφωνία στα τέλη Μαΐου ή το πρώτο δεκαήμερο του Ιουνίου.
Χθες, ο Γιάννης Δραγασάκης και ο Ευκλείδης Τσακαλώτος συζήτησαν με τον Μάριο Ντράγκι, στην Φρανκφούρτη, την κατάσταση της ελληνικής οικονομίας καθώς και την πορεία των εν εξελίξει διαπραγματεύσεων, όπως γνωστοποίησε και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα.
Από την πλευρά του ο κ. Δραγασάκης δήλωσε πως «είχαμε μια εποικοδομητική συζήτηση με τον Μάριο Ντράγκι. Συζητήσαμε την κατάσταση της ελληνικής οικονομίας και την πρόοδο των διαπραγματεύσεων. Η ελληνική αντιπροσωπεία εξέφρασε στον κ. Ντράγκι την άποψη, ότι η επίτευξη συμφωνίας είναι ρεαλιστικός και ορατός στόχος, υπό την προϋπόθεση ότι όλοι οι θεσμοί θα δράσουν εποικοδομητικά».
Την ίδια ώρα, πάντως ισχυρές είναι οι αναταράξεις που παρατηρούνται στην ελληνική υπόθεση, με πιο σημαντική εξέλιξη το μήνυμα αιφνίδιας εμπλοκής στις διαπραγματεύσεις για την επίτευξη συμφωνίας με τους δανειστές, που έστειλε αργά το απόγευμα το Μέγαρο Μαξίμου.
Οι σοβαρές διαφωνίες και αντιθέσεις μεταξύ ΔΝΤ και ΕΕ, δημιουργούν εμπόδια στις διαπραγματεύσεις και υψηλούς κινδύνους, επισήμαναν κυβερνητικοί αξιωματούχοι αναφερόμενοι στις τελευταίες εξελίξεις όσον αφορά στην πορεία της διαπραγμάτευσης, η οποία συνεχίζεται σε όλα τα επίπεδα.
«Ενώ μέχρι πρότινος το βασικό επιχείρημα των θεσμών ήταν ότι η ελληνική πλευρά δεν κατέθετε ολοκληρωμένες προτάσεις τώρα, πλέον, είναι φανερό ότι και προτάσεις έχουν κατατεθεί και ουσιαστικές υποχωρήσεις έχουν γίνει στην κατεύθυνση ενός έντιμου συμβιβασμού», ανέφεραν οι ίδιες πηγές και υπογράμμισαν ότι «η διαφορά στρατηγικής ανάμεσα στους θεσμούς δημιουργεί εμπόδια».
Εξηγώντας οι αξιωματούχοι τόνισαν ότι «το ΔΝΤ θέτει τις κόκκινες γραμμές του στις μεταρρυθμίσεις, ιδιαίτερα στο συνταξιοδοτικό και στα εργασιακά, ενώ έχει χαλαρές γραμμές στο θέμα του πρωτογενούς πλεονάσματος. Στο πίσω μέρος της σκέψης του ΔΝΤ βρίσκεται η διαγραφή του χρέους ώστε αυτό να καταστεί βιώσιμο».
Αντιθέτως η Κομισιόν, πρόσθεσαν οι ίδιοι, έχει κόκκινες γραμμές στο θέμα του πρωτογενούς πλεονάσματος και συνεπακόλουθα στην μη διαγραφή του χρέους και χαλαρές γραμμές στις σκληρές μεταρρυθμίσεις όπως αυτές του συνταξιοδοτικού και των εργασιακών.