Τηλεόραση Ραδιόφωνο Podcasts

Από ανώτατα στελέχη της οργάνωσης DHKP-C που βρίσκονται στην Ελλάδα πήραν την εντολή μέσω τηλεφώνου να χτυπήσουν τον εισαγγελέα Σελίμ Κιράζ, οι δύο δράστες της ομηρίας στα δικαστήρια της Κωνσταντινούπολης, σύμφωνα με τα τουρκικά ΜΜΕ, τα οποία επικαλούνται πηγές της τουρκικής αστυνομίας.

Μάλιστα η «Χουριέτ» ισχυρίζεται ότι οι ένοπλοι εκείνο το βράδυ επικοινώνησαν με δύο χώρες του εξωτερικού, η μία ήταν η Ελλάδα και η άλλη η Βουλγαρία. 

Σύμφωνα με τα δημοσιεύματα, οι δύο δράστες βρίσκονταν συνεχώς σε τηλεφωνική επικοινωνία με την ηγεσία της οργάνωσης στην Ελλάδα την ώρα των διαπραγματεύσεων με την τουρκική αστυνομία. 

Οι τουρκικές αστυνομικές αρχές θεωρούν ότι οι δράστες μιλούσαν με το Χουσεϊν Φεβζί Τεκίν, ο οποίος θεωρείται τώρα αρχηγός της οργάνωσης, καθώς και με τον αδελφό του ενός, του Σαφάκ Γιαϋλά, οι οποίοι βρίσκονται φυλακισμένοι στην Ελλάδα. Μάλιστα ισχυρίζονται ότι χτύπησαν τον εισαγγελέα ενώ είχαν ανοιχτή γραμμή με την Ελλάδα. «Πιστεύουμε ότι κατά την διάρκεια των διαπραγματεύσεων ενημέρωναν συνεχώς την Ελλάδα. Κινούνταν με βάση τις εντολές που έπαιρναν από εκεί.

 Το να κάνουν μια τέτοια κίνηση την ώρα που δεν υπήρχε πρόβλημα στις διαπραγματεύσεις δείχνει ότι πήραν την εντολή να χτυπήσουν από το τηλέφωνο. Μόλις ήρθε η εντολή από την Ελλάδα, την εφάρμοσαν. Αυτό δείχνει η εικόνα που έχουμε και προς αυτή την κατεύθυνση διεξάγουμε τις έρευνές μας”, αναφέρουν πηγές στην εφημερίδα «Βατάν».

Η εφημερίδα ερεύνησε μάλιστα το θέμα έπειτα από τη δήλωση του Τούρκου πρωθυπουργού, Αχμέτ Νταβούτογλου, ότι «κατά την διάρκεια της ομηρίας οι τρομοκράτες είχαν κάποιες επαφές στο εξωτερικό. Όλα αυτά τα παρακολουθούμε». Η εφημερίδα έψαξε να βρει ποια είναι αυτή η χώρα στην οποία αναφέρθηκε ο Τούρκος πρωθυπουργός και -επικαλούμενη αρμοδίους της ασφάλειας- γράφει σήμερα ότι τελικά αυτή η χώρα είναι η Ελλάδα.

Στο μεταξύ, στις 4.30 το πρωί ξεκίνησε επιχείρηση της αστυνομίας εναντίον της οργάνωσης DHKP-C στην πλατεία Όκμεϊντανί, όπου θεωρείται το αρχηγείο της στην Κωνσταντινούπολη. Μέχρι στιγμής έχει συλληφθεί μεγάλος αριθμός υπόπτων.

Έρευνα σε βάρος τουρκικών εφημερίδων για τρομοκρατική προπαγάνδα

Την ίδια ώρα, ερευνα εναντίον τεσσάρων τουρκικών εφημερίδων που κατηγορούνται για "τρομοκρατική προπαγάνδα" επειδή δημοσίευσαν μια φωτογραφία του εισαγγελέα τραβηγμένη στη διάρκεια της ομηρείας που κατέληξε στο θάνατο του ιδίου και των δύο απαγωγέων του άρχισε η τουρκική δικαιοσύνη.

Ο εισαγγελέας της Κωνσταντινούπολης κατηγορεί τις εφημερίδες "Hurriyet", "Cumhuriyet", "Posta" και "Bugun" ότι αναπαρήγαγαν τη φωτογραφία που εικονίζει τον εισαγγελέα Μεχμέτ Σελίμ Κιράζ την ώρα που ο ένας από τους δύο δράστες έχει βάλει ένα πιστόλι στον κρόταφο του εισαγγελέα.Τη φωτογραφία έδωσε στη δημοσιότητα λίγο μετά την έναρξη της ομηρείας το Λαϊκό Επαναστατικό Απελευθερωτικό Κόμμα-Μέτωπο (DHKP-C), το οποίο ανέλαβε την ευθύνη για την επιχείρηση.

Ο όμιλος Dogan, ένας από τους κύριους εκδοτικούς ομίλους της χώρας, στον οποίο ανήκουν οι εφημερίδες "Χουριέτ" και "Πόστα", υποχρεώθηκε να ζητήσει επισήμως συγγνώμη από τους ιστοτόπους του και της στήλες των εφημερίδων του εκφράζοντας τη λύπη του για την "κακή χρήση μιας φωτογραφίας η οποία αντιπροσωπεύει τα σύμβολα μιας τρομοκρατικής οργάνωσης".

Στη διάρκεια της αστυνομικής επιχείρησης για την απελευθέρωση του ομήρου, το τουρκικό ραδιοτηλεοπτικό συμβούλιο είχε απαγορεύσει στα τηλεοπτικά δίκτυα να μεταδίδουν απ' ευθείας εικόνες από το γεγονός.

Στο δημοσίευμά της για τη διεξαγωγή της έρευνας, η "Χουριέτ" επικαλείται την ένωση των Τούρκων δημοσιογράφων η οποία υπογραμμίζει ότι η έρευνα αυτή "είναι αντίθετη στην αρχή της ισότητας μεταξύ των δημοσιογράφων και στο δικαίωμα της ενημέρωσης".

"Δύο εφημερίδες του ομίλου Dogan κατονομάσθηκαν μεταξύ αυτών που ερευνώνται. Δεν περιμένουμε κάποιο σημαντικό αποτέλεσμα από την έρευνα, όμως δημιουργεί ανησυχίες ότι θα υπάρξει πολιτική πίεση επί του ομίλου", δήλωσε ένας αναλυτής, ο οποίος ζήτησε να μην κατονομασθεί.

"Έχουμε δει παρόμοια ένταση ανάμεσα στην κυβέρνηση και στον όμιλο και στο παρελθόν", πρόσθεσε.

Στον όμιλο Dogan είχε επιβληθεί το 2009 πρόστιμο περίπου 2,5 δισεκ. δολαρίων για φόρους που δεν είχαν καταβληθεί, ποινή που μερικοί επικριτές είχαν θεωρήσει πως είχε πολιτικά κίνητρα.