Η Τεχνητή Νοημοσύνη δεν αποτελεί πλέον μια τεχνολογική εξέλιξη που αφορά το μέλλον, αλλά πραγματικότητα που επηρεάζει ήδη την οικονομία, τη δημόσια διοίκηση, την εκπαίδευση την αγορά εργασίας και, ευρύτερα, τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί η σύγχρονη κοινωνία. Για μια μικρή, ανοικτή οικονομία όπως η κυπριακή, η αξιοποίησή της δεν είναι πολυτέλεια αλλά αναγκαιότητα, συνδεδεμένη με την παραγωγικότητα και την ανταγωνιστικότητα της χώρας.
Γράφει ο Κωνσταντίνος Μούντουκκος, Αρχιτέκτονας Ψηφιακού Μετασχηματισμού
Υπό αυτή την οπτική, η Εθνική Στρατηγική για την Τεχνητή Νοημοσύνη 2032 αποτελεί θετικό βήμα, καθώς δίνει έμφαση σε υποδομές, δεδομένα, ανθρώπινο δυναμικό, έρευνα και υπεύθυνη χρήση της τεχνολογίας, ωστόσο το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι η ποιότητα του οράματος αλλά η ικανότητα του κράτους να το μετατρέψει σε συγκεκριμένα έργα και μετρήσιμα αποτελέσματα, κι εκεί εντοπίζεται η μεγαλύτερη πρόκληση.
Πρώτο ερώτημα είναι το κόστος, καθώς η υλοποίηση απαιτεί επενδύσεις σε υπολογιστική ισχύ, υποδομές δεδομένων, εκπαίδευση και νέους μηχανισμούς διακυβέρνησης, με σημαντικό διαχρονικό κόστος λειτουργίας, γι' αυτό και χρειάζεται ένα συνολικό, κοστολογημένο, πολυετές χρηματοδοτικό σχέδιο με σαφή κατανομή μεταξύ κρατικών, ευρωπαϊκών και ιδιωτικών πόρων.
Ανάλογος προβληματισμός αφορά τους οικονομικούς στόχους, αφού η πρόβλεψη για αύξηση παραγωγικότητας έως 15% και ΑΕΠ κατά 12% είναι φιλόδοξη αλλά χρειάζεται τεκμηρίωση ως προς τις παραδοχές που τη στηρίζουν, τους κλάδους που αναμένεται να συμβάλουν περισσότερο και το χρονοδιάγραμμα μέσα από ενδιάμεσα, μετρήσιμα ορόσημα. Το ίδιο ισχύει και για τον στόχο των 3.000 επαγγελματιών ΤΝ έως το 2032 και την υιοθέτηση από το 75% της βιομηχανίας έως το 2030, αριθμοί που αποκτούν πραγματική αξία μόνο όταν συνοδεύονται από συγκεκριμένο σχέδιο εκπαίδευσης, κινήτρων για τις επιχειρήσεις και μέτρησης της πραγματικής υιοθέτησης της τεχνολογίας.
Ακόμη πιο φιλόδοξη είναι η επιδίωξη η Κύπρος να αναδειχθεί ως κορυφαίος και αξιόπιστος κόμβος ΤΝ στην Ανατολική Μεσόγειο έως το 2032, μια φιλοδοξία που είναι θεμιτή και μπορεί να αποτελέσει σημαντικό κινητήριο μοχλό, υπό την προϋπόθεση όμως ότι θα συνοδευτεί από σαφή κριτήρια αξιολόγησης της επίτευξής της, όπως πόσες εταιρείες ΤΝ θα δραστηριοποιούνται στην Κύπρο, πόσες επενδύσεις θα έχουν προσελκυστεί, πόσοι ερευνητές και εξειδικευμένοι επαγγελματίες θα εργάζονται στη χώρα, πόσα προϊόντα και υπηρεσίες ΤΝ θα αναπτύσσονται και θα εξάγονται από την Κύπρο, και πώς θα συγκρίνεται η χώρα με άλλα κράτη της Ανατολικής Μεσογείου ώστε να αναδεικνύεται το πραγματικό ανταγωνιστικό της πλεονέκτημα. Η Κύπρος διαθέτει πλεονεκτήματα, όπως τη συμμετοχή στην ΕΕ, ένα ανεπτυγμένο χρηματοοικονομικό οικοσύστημα, ναυτιλία και τουρισμό, καθώς και πρόσβαση σε ευρωπαϊκές υποδομές μέσω της κυπριακής AI Factory Antenna στο οικοσύστημα Pharos, όμως αυτά δεν αρκούν χωρίς εξειδικευμένο ανθρώπινο δυναμικό, ισχυρή έρευνα και επιχειρήσεις που δημιουργούν, και δεν καταναλώνουν απλώς, τεχνολογία.
Σημαντικό πεδίο εφαρμογής είναι το ίδιο το κράτος, αφού ο ψηφιακός μετασχηματισμός της δημόσιας διοίκησης μπορεί να μειώσει τη γραφειοκρατία και να βελτιώσει τις υπηρεσίες προς τον πολίτη, αρκεί κάθε επένδυση να απαντά με σαφήνεια σε ποιο πρόβλημα λύνει, ποιο είναι το κόστος της και ποιο το συγκεκριμένο όφελος, κάτι που προϋποθέτει την αντιμετώπιση του κατακερματισμού των δημόσιων δεδομένων και τη δημιουργία μιας σύγχρονης, διαλειτουργικής υποδομής δεδομένων.
Σημασία έχει επίσης η θεσμική αρχιτεκτονική, καθώς υπάρχει πάντοτε ο κίνδυνος μια προσπάθεια για καλύτερη διακυβέρνηση να καταλήξει σε περισσότερη γραφειοκρατία, οπότε το ζητούμενο δεν είναι πόσοι νέοι θεσμοί θα δημιουργηθούν αλλά αν θα είναι ξεκάθαρο ποιος αποφασίζει, ποιος υλοποιεί και ποιος λογοδοτεί για το αποτέλεσμα.
Ιδιαίτερη προσοχή απαιτεί, τέλος, η πρόταση για «AI Judge» στη δικαιοσύνη, καθώς η τεχνολογία μπορεί ασφαλώς να υποστηρίξει διοικητικές διαδικασίες και την έρευνα νομολογίας, αλλά όπου διακυβεύονται δικαιώματα και ελευθερίες πολιτών χρειάζονται πλήρης νομική αξιολόγηση, διαφάνεια και ουσιαστική ανθρώπινη εποπτεία, αφού η τελική δικαστική κρίση πρέπει να παραμένει υπό ανθρώπινη ευθύνη.
Το μεγαλύτερο στοίχημα για την Κύπρο, επομένως, δεν είναι να διαθέτει μια καλή στρατηγική στα χαρτιά, αλλά να αποδείξει ότι μπορεί να την εφαρμόσει, κινούμενη γρήγορα αλλά όχι βιαστικά, επενδύοντας στην τεχνολογία χωρίς να τη μετατρέπει σε αυτοσκοπό, και ενθαρρύνοντας την καινοτομία χωρίς να υπονομεύει την προστασία των προσωπικών δεδομένων, το κράτος δικαίου και τη δημοκρατική λογοδοσία.
Το μεγαλύτερο στοίχημα για την Κύπρο, επομένως, δεν είναι να διαθέτει μια καλή στρατηγική στα χαρτιά, αλλά να αποδείξει ότι μπορεί να την εφαρμόσει, κινούμενη γρήγορα αλλά όχι βιαστικά, επενδύοντας στην τεχνολογία χωρίς να τη μετατρέπει σε αυτοσκοπό, και ενθαρρύνοντας την καινοτομία χωρίς να υπονομεύει την προστασία των προσωπικών δεδομένων, το κράτος δικαίου και τη δημοκρατική λογοδοσία.
Η επιτυχία της Στρατηγικής δεν θα κριθεί το 2032 από τη φιλοδοξία με την οποία περιγράψαμε την Κύπρο του μέλλοντος, αλλά από το αν ο πολίτης θα αντιμετωπίζει λιγότερη γραφειοκρατία, αν οι δημόσιες υπηρεσίες θα είναι ταχύτερες και αποτελεσματικότερες, αν οι επιχειρήσεις θα είναι πιο παραγωγικές και ανταγωνιστικές, και αν θα έχουν δημιουργηθεί πραγματικές ευκαιρίες για τους εργαζομένους. Η Κύπρος χρειάζεται να είναι φιλόδοξη, όμως η φιλοδοξία αυτή πρέπει να συνοδεύεται από τεκμηρίωση, χρηματοδότηση και, πάνω απ' όλα, εκτέλεση, γιατί από το όραμα στην πράξη είναι εκεί που τελικά θα κριθεί η Εθνική Στρατηγική για την Τεχνητή Νοημοσύνη.