Τηλεόραση Ραδιόφωνο Podcasts
edw8ue9ug9 hu g

Ερευνητής του Cambridge συνέκρινε 20 δημοφιλείς πηγές πρωτεΐνης με κριτήρια τη διατροφική αξία, το κόστος και το περιβαλλοντικό αποτύπωμα – Τέσσερις φυτικές επιλογές ξεχώρισαν.

Από μπάρες και ροφήματα μέχρι σκόνες και εμπλουτισμένους καφέδες, η πρωτεΐνη βρίσκεται παντού. Πέρα όμως από την ποσότητα που καταναλώνουμε, σημασία έχει και η προέλευσή της. Μια ανάλυση που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό «Frontiers in Sustainable Food Systems» επιχειρεί να συγκρίνει τις διαθέσιμες επιλογές, συνυπολογίζοντας περισσότερα από τα γραμμάρια πρωτεΐνης που προσφέρει κάθε τρόφιμο.

Ο Chris Macdonald, ερευνητής του Πανεπιστημίου Cambridge και ιδρυτής του Better Protein Institute, αξιολόγησε 20 συνηθισμένες πηγές πρωτεΐνης. Στην κορυφή της συνολικής κατάταξης βρέθηκε το τόφου, ενώ την πρώτη τετράδα συμπλήρωσαν οι σπόροι chia, τα φασόλια και η κινόα.

Για τη σύγκριση χρησιμοποιήθηκε το BPI Score, ένα σύστημα που συνδυάζει διατροφικούς, οικονομικούς και περιβαλλοντικούς παράγοντες. Εξετάστηκαν το νάτριο, τα κορεσμένα λιπαρά, η χοληστερόλη, το κόστος και η διαθεσιμότητα, καθώς και το κατά πόσο κάθε τρόφιμο αποτελεί πλήρη πηγή πρωτεΐνης, προσφέροντας και τα εννέα απαραίτητα αμινοξέα.

Παράλληλα, συνυπολογίστηκαν οι εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου, η χρήση γης και γλυκού νερού και η ρύπανση των υδάτων. Οι υπολογισμοί έγιναν ανά 100 γραμμάρια πρωτεΐνης και όχι ανά 100 γραμμάρια τροφίμου, ώστε να υπάρχει κοινή βάση σύγκρισης μεταξύ διαφορετικών επιλογών, από μοσχάρι και σολομό μέχρι αυγά, καρύδια και φακές.

Το τόφου συγκέντρωσε 36 από τους 40 βαθμούς: 20 στους 24 στην κατηγορία διατροφής και καταναλωτή και το απόλυτο 16 στα 16 στην περιβαλλοντική αξιολόγηση. Στα πλεονεκτήματά του περιλαμβάνεται ότι αποτελεί πλήρη πηγή πρωτεΐνης, παρότι είναι φυτικής προέλευσης.

Μεγάλες ήταν οι διαφορές στο περιβαλλοντικό αποτύπωμα. Για την παραγωγή 100 γραμμαρίων πρωτεΐνης από τόφου υπολογίστηκαν εκπομπές 0,61 κιλών ισοδυνάμου διοξειδίου του άνθρακα, έναντι 64,19 κιλών για την αντίστοιχη ποσότητα πρωτεΐνης από μοσχάρι. Η απαιτούμενη έκταση γης ήταν λίγο πάνω από δύο τετραγωνικά μέτρα για το τόφου και περίπου 211 για το μοσχάρι.

Οι σπόροι chia ξεχώρισαν επίσης περιβαλλοντικά, με πολύ χαμηλότερη επιβάρυνση των υδάτων σε σύγκριση με το χοιρινό για την ίδια ποσότητα πρωτεΐνης. Τα φασόλια εμφάνισαν καλές επιδόσεις τόσο στη διατροφική όσο και στην περιβαλλοντική αξιολόγηση: ανά 100 γραμμάρια πρωτεΐνης περιείχαν 11,11 mg νατρίου και 1,11 γραμμάρια κορεσμένων λιπαρών, ενώ συνδέθηκαν με εξαιρετικά χαμηλή χρήση γλυκού νερού.

Η κινόα συμπλήρωσε την πρώτη τετράδα, παρά το γεγονός ότι ήταν η ακριβότερη επιλογή ανά 100 γραμμάρια πρωτεΐνης. Στον αντίποδα, οι φακές αναδείχθηκαν η φθηνότερη. Τα δεδομένα τιμών, ωστόσο, προήλθαν από συγκεκριμένη αλυσίδα σούπερ μάρκετ στο Ηνωμένο Βασίλειο και δεν αντανακλούν απαραίτητα το κόστος σε άλλες αγορές.

Στις τελευταίες θέσεις της συνολικής κατάταξης βρέθηκαν η μοτσαρέλα, το αρνί, το μοσχάρι και το cheddar. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι φυτικές επιλογές υπερείχαν σε κάθε κριτήριο: ο μπακαλιάρος είχε τα λιγότερα κορεσμένα λιπαρά από όλα τα τρόφιμα που εξετάστηκαν, ενώ όλες οι ζωικές πηγές της ανάλυσης χαρακτηρίστηκαν πλήρεις πρωτεΐνες, σε αντίθεση με τις περισσότερες φυτικές.

Τα ευρήματα χρειάζονται προσεκτική ερμηνεία. Πρόκειται για εργασία ενός ερευνητή και όχι για ελεγχόμενη κλινική μελέτη, ενώ το BPI Score βρίσκεται στην πρώτη του εκδοχή. Επιπλέον, η πρωτεΐνη ορού γάλακτος, γνωστή ως whey protein, δεν συμπεριλήφθηκε στη σύγκριση.

Η κατάταξη, επομένως, δεν αναδεικνύει μία «τέλεια» πρωτεΐνη για όλους ούτε αποτελεί λόγο αποκλεισμού ολόκληρων κατηγοριών τροφίμων. Δείχνει πώς αλλάζει η αξιολόγηση όταν, μαζί με τη διατροφική σύνθεση, εξετάζονται η πρόσβαση, η τιμή και το περιβαλλοντικό κόστος.

Πηγή: ygeiamou.gr