Τηλεόραση Ραδιόφωνο Podcasts
κριστιν λαγκαρτ

Από την εθνική ομάδα συγχρονισμένης κολύμβησης της Γαλλίας και τις μεγάλες δικηγορικές εταιρείες μέχρι το τιμόνι της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, η Κριστίν Λαγκάρντ διένυσε μια διαδρομή που ελάχιστοι θα μπορούσαν να προβλέψουν.

Στην επαγγελματική της πορεία κατέγραψε μια σειρά από ιστορικές πρωτιές: έγινε η πρώτη γυναίκα επικεφαλής της διεθνούς δικηγορικής εταιρείας Baker McKenzie, η πρώτη γυναίκα υπουργός Οικονομικών χώρας της G7, η πρώτη γυναίκα γενική διευθύντρια του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ) και η πρώτη γυναίκα πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ).

Τώρα, με την απόφασή της να αποχωρήσει πρόωρα από την ΕΚΤ, στις 7 Φεβρουαρίου 2027, η Λαγκάρντ ετοιμάζεται να αφήσει πίσω της μια θητεία που σημαδεύτηκε από ιστορικές κρίσεις και δύσκολες αποφάσεις. Υπάρχει, ωστόσο, και μια δικαστική υπόθεση από την περίοδο που ήταν μέλος της γαλλικής κυβέρνησης, η οποία εξακολουθεί να ρίχνει τη σκιά της στο βιογραφικό της.


Από το Παρίσι στο Μέριλαντ και πίσω στο Παρίσι

Η Κριστίν Μαντλέν Οντέτ Λαλουέτ γεννήθηκε την 1η Ιανουαρίου 1956 στο Παρίσι και μεγάλωσε στη Χάβρη, σε μια οικογένεια εκπαιδευτικών. Ο πατέρας της, Ρομπέρ, ήταν καθηγητής Αγγλικής Λογοτεχνίας, ενώ η μητέρα της, Νικόλ, δίδασκε γαλλικά, λατινικά και αρχαία ελληνικά. Ο θάνατος του πατέρα της, όταν εκείνη ήταν μόλις 17 ετών, αποτέλεσε μια καθοριστική στιγμή στη ζωή της. Όπως έχει δηλώσει η ίδια, την οδήγησε στο να καλλιεργήσει ένα αίσθημα ευθύνης και ανεξαρτησίας.

Στην εφηβεία της, η Λαγκάρντ διακρίθηκε στη συγχρονισμένη κολύμβηση, φτάνοντας μέχρι την Εθνική Ομάδα της Γαλλίας και κατακτώντας χάλκινο μετάλλιο στο εθνικό πρωτάθλημα. Όπως έχει αναφέρει η ίδια σε συνεντεύξεις της στο BBC και τον Guardian, η συγχρονισμένη κολύμβηση αποτέλεσε σχολείο ζωής, διδάσκοντάς της την απόλυτη πειθαρχία, την ομαδικότητα, την αντοχή και την ικανότητα να κρατάει την αναπνοή της και να χαμογελά ακόμα και υπό συνθήκες εξαντλητικής πίεσης.

Δείτε ακόμη:

Η πρώτη μεγάλη αλλαγή στη ζωή της ήρθε όταν έφυγε για τις Ηνωμένες Πολιτείες με υποτροφία του προγράμματος American Field Service και φοίτησε στο Holton-Arms School, στο Μέριλαντ. Εκεί, το 1974, έκανε πρακτική στο γραφείο του Ρεπουμπλικανού βουλευτή Γουίλιαμ Κοέν, ο οποίος συμμετείχε στην Επιτροπή Δικαιοσύνης της Βουλής των Αντιπροσώπων την περίοδο των διαδικασιών που συνδέονταν με το σκάνδαλο Watergate. Η εμπειρία αυτή τής έδωσε την ευκαιρία να γνωρίσει από κοντά την αμερικανική πολιτική ζωή και να τελειοποιήσει τα αγγλικά της.

Κριστίν Λαγκάρντ

Επιστρέφοντας στη Γαλλία, σπούδασε Νομική στο Πανεπιστήμιο Paris X - Nanterre, με κατεύθυνση στο εμπορικό και το εργατικό δίκαιο. Παράλληλα, διεύρυνε το ακαδημαϊκό της υπόβαθρο: το 1977 απέκτησε τίτλο με κατεύθυνση στα Οικονομικά και τα Χρηματοοικονομικά από το Ινστιτούτο Πολιτικών Σπουδών της Aix-en-Provence, ενώ την ίδια χρονιά σπούδασε Αμερικανική Λογοτεχνία στην Αβινιόν. Ολοκλήρωσε τις σπουδές της στη Νομική το 1980.

Η Λαγκάρντ προσπάθησε δύο φορές να εισαχθεί στην περίφημη École nationale d'administration (ENA), τη σχολή που για δεκαετίες αποτέλεσε εφαλτήριο για τις ανώτερες θέσεις της γαλλικής δημόσιας διοίκησης και της πολιτικής, χωρίς να τα καταφέρει. Τελικά, αντί να ακολουθήσει τη διαδρομή της κρατικής διοίκησης, στράφηκε στη δικηγορία - μια επιλογή που θα την οδηγούσε, λίγα χρόνια αργότερα, στην κορυφή μιας από τις μεγαλύτερες διεθνείς δικηγορικές εταιρείες.


Μια 25ετία στην Baker McKenzie

Το 1981 ξεκίνησε να συνεργάζεται με το δικηγορικό γραφείο Baker McKenzie, στο Παρίσι, αναλαμβάνοντας υποθέσεις εμπορικού δικαίου, εξαγορών και συγχωνεύσεων, ανταγωνισμού και εργατικού δικαίου.

φ

Μέσα σε λίγα χρόνια ανέβηκε στην ιεραρχία της εταιρείας. Το 1987 έγινε εταίρος και το 1991 ανέλαβε τη διεύθυνση του γραφείου στο Παρίσι. Το 1995 εντάχθηκε στην Παγκόσμια Εκτελεστική Επιτροπή και, τον Οκτώβριο του 1999, εξελέγη πρόεδρός της, γράφοντας ιστορία ως η πρώτη γυναίκα που ανέλαβε τη συγκεκριμένη θέση σε έναν από τους μεγαλύτερους διεθνείς δικηγορικούς ομίλους.

Παρέμεινε στην κορυφή της Baker McKenzie έως το 2004, οπότε ανέλαβε την προεδρία της Παγκόσμιας Στρατηγικής Επιτροπής. Κατά τη διάρκεια της θητείας της στην ηγεσία της εταιρείας, ο κύκλος εργασιών της Baker McKenzie αυξήθηκε κατά 50%, φτάνοντας τα 1,23 δισ. δολάρια το 2004, ενώ ο όμιλος συνέχισε να ενισχύει τη διεθνή του παρουσία.


Γαλλική πολιτική σκηνή 

Η επαγγελματική της πορεία στον ιδιωτικό τομέα ολοκληρώθηκε το 2005, όταν ο τότε πρωθυπουργός της Γαλλίας, Ντομινίκ ντε Βιλπέν, της πρότεινε να αναλάβει το υπουργείο Εξωτερικού Εμπορίου. Έτσι ξεκίνησε η πολιτική της διαδρομή, η οποία μέσα σε δύο χρόνια θα την οδηγούσε στο υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών.

Μετά την εκλογή του Νικολά Σαρκοζί στην προεδρία της Γαλλίας, το 2007, η Λαγκάρντ ανέλαβε αρχικά το υπουργείο Γεωργίας και Αλιείας και, τον Ιούνιο της ίδιας χρονιάς, το υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών. Έγινε έτσι η πρώτη γυναίκα που ανέλαβε το συγκεκριμένο χαρτοφυλάκιο σε χώρα της G7.

Η θητεία της συνέπεσε με την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση του 2008, που έφερε τις κυβερνήσεις αντιμέτωπες με την κατάρρευση χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων και την ανάγκη συντονισμένης παρέμβασης. Η Λαγκάρντ συμμετείχε στις διεθνείς προσπάθειες για την ενίσχυση της εποπτείας και της ρύθμισης του χρηματοπιστωτικού συστήματος, ενώ το δεύτερο εξάμηνο του 2008 προήδρευσε στο Συμβούλιο Οικονομικών και Δημοσιονομικών Θεμάτων της ΕΕ (ECOFIN).

Το 2009, εν μέσω της κρίσης, οι Financial Times την ανέδειξαν «Υπουργό Οικονομικών της χρονιάς στην Ευρώπη», αναγνωρίζοντας τη στάση της στις διεθνείς διαπραγματεύσεις για τη ρύθμιση του τραπεζικού τομέα και την ανθεκτικότητα της γαλλικής οικονομίας. Η διάκριση ενίσχυσε το διεθνές της προφίλ και την παρουσία της στις συζητήσεις για την αντιμετώπιση της κρίσης.


Υπόθεση Ταπί: Το σκάνδαλο που τη σημάδεψε

Στο λαμπρό βιογραφικό της Κριστίν Λαγκάρντ υπάρχει και μια υπόθεση που ρίχνει τη σκιά της: η πώληση της Adidas, η πολυετής δικαστική διαμάχη του επιχειρηματία Μπερνάρ Ταπί με την Crédit Lyonnais και η αμφιλεγόμενη διαιτησία που οδήγησε σε μεγάλη επιβάρυνση του γαλλικού Δημοσίου.

Το 1993, ο Μπερνάρ Ταπί ανέθεσε στην τότε κρατική γαλλική τράπεζα να διαχειριστεί την πώληση της συμμετοχής του στην Adidas. Η συναλλαγή έγινε έναντι περίπου 315 εκατ. ευρώ, ενώ η εταιρεία αθλητικών ειδών μεταπωλήθηκε αργότερα έναντι περίπου 700 εκατ. ευρώ. Ο Ταπί υποστήριξε ότι η τράπεζα τον είχε ζημιώσει και ξεκίνησε μια πολυετή δικαστική διαμάχη, η οποία εξελίχθηκε σε αντιπαράθεση με το γαλλικό κράτος.

Το 2007, όταν η Λαγκάρντ ήταν υπουργός Οικονομίας και Οικονομικών, ενέκρινε την προσφυγή σε ιδιωτική διαιτησία για την επίλυση της διαφοράς, αντί να συνεχιστεί η δικαστική διαδικασία. Οι Irish Times, επικαλούμενοι στοιχεία της ανάκρισης, έγραψαν τότε ότι η απόφαση ελήφθη παρά τις αντιρρήσεις συνεργατών της.

Τον Ιούλιο του 2008, το διαιτητικό δικαστήριο επιδίκασε στον Ταπί 285 εκατ. ευρώ, εκ των οποίων 45 εκατ. ευρώ αφορούσαν αποζημίωση για «ηθική βλάβη», κάτι που προκάλεσε έντονες αντιδράσεις στη Γαλλία.

Με τους τόκους, το συνολικό ποσό έφτασε περίπου τα 403 εκατ. ευρώ, τα οποία κλήθηκε να καταβάλει το Consortium de Réalisation (CDR), ο δημόσιος φορέας που διαχειριζόταν τις υποχρεώσεις της Crédit Lyonnais.

Η υπόθεση απέκτησε πολιτικές διαστάσεις. Ο Ταπί είχε στηρίξει τον Νικολά Σαρκοζί στις προεδρικές εκλογές του 2007, γεγονός που τροφοδότησε υποψίες για πολιτική παρέμβαση υπέρ του. Οι ανακριτές εξέτασαν το ενδεχόμενο η διαιτησία να ήταν προσχηματική και να είχε οργανωθεί με τη συμμετοχή προσώπων από το περιβάλλον του τότε προέδρου. Τόσο η Λαγκάρντ όσο και ο Σαρκοζί αρνήθηκαν ότι υπήρξε πολιτική συναλλαγή.


Το «γράμμα υποταγής»

Ένα χειρόγραφο σημείωμα της Κριστίν Λαγκάρντ προς τον Νικολά Σαρκοζί ήρθε στο φως της δημοσιότητας τον Ιούνιο του 2013, όταν η τότε επικεφαλής του ΔΝΤ βρισκόταν στο επίκεντρο της έρευνας για την υπόθεση Ταπί. Οι ανακριτές το εντόπισαν στις 20 Μαρτίου, κατά την έρευνα στο σπίτι της στο Παρίσι. Το σημείωμα δεν έφερε ημερομηνία και η Le Monde, που δημοσίευσε το περιεχόμενό του, το χαρακτήρισε «επιστολή υποταγής».

Η Λαγκάρντ ξεκινούσε με την προσφώνηση «Αγαπητέ Νικολά» και δήλωνε: «Είμαι στο πλευρό σου για να σε υπηρετήσω και να υπηρετήσω τα σχέδιά σου για τη Γαλλία». Του ζητούσε συγγνώμη για τις φορές που ενδεχομένως είχε αποτύχει, διαβεβαίωνε ότι δεν είχε προσωπικές πολιτικές φιλοδοξίες και έγραφε ότι δεν ήθελε να γίνει μια «δουλοπρεπής φιλόδοξη», όπως πολλοί από τους ανθρώπους γύρω του, των οποίων η αφοσίωση ήταν, όπως σημείωνε, πρόσκαιρη.

λαγκάρντ

Στη συνέχεια, του ζητούσε να την αξιοποιεί για όσο διάστημα εκείνος έκρινε σκόπιμο, ανάλογα με τις ανάγκες και την ομάδα που επέλεγε. «Αν με χρησιμοποιήσεις, σε χρειάζομαι ως οδηγό και στήριγμα», έγραφε, προσθέτοντας ότι χωρίς καθοδήγηση κινδύνευε να είναι αναποτελεσματική και χωρίς στήριξη να μην είναι αξιόπιστη. Έκλεινε με τη φράση «Με απέραντο θαυμασμό».

Το σημείωμα προκάλεσε αίσθηση, καθώς έδινε μια ασυνήθιστα προσωπική εικόνα της σχέσης της Λαγκάρντ με τον τότε πρόεδρο της Γαλλίας. Για τους επικριτές της, το περιεχόμενό του έθετε ερωτήματα για την πολιτική της ανεξαρτησία. Δεν αποδείκνυε, ωστόσο, ότι η ίδια ενήργησε κατ’ εντολήν του Σαρκοζί στην υπόθεση Ταπί.


Από την ανάκριση στη δίκη

Τον Μάιο του 2013, η Κριστίν Λαγκάρντ, ούσα τότε επικεφαλής του ΔΝΤ, κατέθεσε επί μία ολόκληρη ημέρα ενώπιον του Δικαστηρίου της Δημοκρατίας της Γαλλίας, του ειδικού δικαστηρίου που εξετάζει αδικήματα υπουργών κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, στο πλαίσιο της έρευνας για την υπόθεση Ταπί. Τον επόμενο χρόνο τέθηκε υπό επίσημη δικαστική διερεύνηση για αμέλεια. Παρότι οι εισαγγελικές αρχές είχαν εισηγηθεί να μην προχωρήσει η υπόθεση σε δίκη, οι ανακριτές έκριναν ότι έπρεπε να παραπεμφθεί. Η ίδια αρνήθηκε ότι είχε ενεργήσει μεροληπτικά υπέρ του Ταπί ή κατ’ εντολήν του Σαρκοζί.

Στο μεταξύ, το 2015, το Εφετείο του Παρισιού ακύρωσε τη διαιτητική απόφαση και διέταξε τον Ταπί να επιστρέψει τα χρήματα. Η υπόθεση έφτασε στο Δικαστήριο της Δημοκρατίας τον Δεκέμβριο του 2016. Η Λαγκάρντ κρίθηκε ένοχη για αμέλεια, επειδή δεν προσέβαλε τη διαιτητική απόφαση που επιδίκαζε στον Ταπί περίπου 400 εκατ. ευρώ.

Το δικαστήριο, ωστόσο, δεν της επέβαλε ποινή. Η κρίση δεν αφορούσε την απόφασή της να προσφύγει στη διαιτησία, αλλά το γεγονός ότι δεν άσκησε προσφυγή κατά της απόφασης που ακολούθησε.

Το ΔΝΤ επανέλαβε την εμπιστοσύνη του στο πρόσωπό της και εκείνη παρέμεινε στη θέση της.

Στην ίδια υπόθεση βρέθηκε στο επίκεντρο και ο Στεφάν Ρισάρ, τότε διευθυντής του γραφείου της Λαγκάρντ στο υπουργείο Οικονομίας και αργότερα επικεφαλής της Orange. Η δικαστική του περιπέτεια συνεχίστηκε για χρόνια. Τον Ιούνιο του 2025, το Εφετείο του Παρισιού τον καταδίκασε σε έξι μήνες φυλάκιση με αναστολή και πρόστιμο 15.000 ευρώ, αφού μετέτρεψε την κατηγορία σε αμέλεια.

Σε ό,τι αφορά τον Μπερνάρ Ταπί, η υπόθεση η υπόθεση δεν ολοκληρώθηκε δικαστικά, καθώς ο ίδιος πέθανε το 2021, με αποτέλεσμα να πάψει η ποινική δίωξη εναντίον του. 


Η «λίστα Λαγκάρντ» και η ελληνική περιπέτεια

Το όνομα της Κριστίν Λαγκάρντ συνδέθηκε με την υπόθεση που έγινε γνωστή στην Ελλάδα ως «λίστα Λαγκάρντ» και προκάλεσε έντονη πολιτική αντιπαράθεση. Η λίστα περιλάμβανε στοιχεία για περίπου 2.000 Έλληνες με λογαριασμούς στην HSBC της Γενεύης, τα οποία θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν για τον εντοπισμό πιθανών περιπτώσεων φοροδιαφυγής. Η ύπαρξη λογαριασμού στην τράπεζα, ωστόσο, δεν αποτελούσε από μόνη της απόδειξη παράνομης δραστηριότητας.

Τον Οκτώβριο του 2010, η Λαγκάρντ, τότε υπουργός Οικονομικών της Γαλλίας, παρέδωσε το αρχείο στον Έλληνα ομόλογό της, Γιώργο Παπακωνσταντίνου. Το υλικό βρισκόταν σε ένα CD χωρίς σχετική σήμανση. Την επόμενη χρονιά, όταν ο Ευάγγελος Βενιζέλος ανέλαβε το υπουργείο Οικονομικών, το αρχικό CD είχε ήδη χαθεί από το υπουργείο. Τον Ιούλιο του 2011, ωστόσο, ο τότε επικεφαλής του ΣΔΟΕ, Ιωάννης Διώτης, παρέδωσε στον Βενιζέλο αντίγραφο των στοιχείων σε USB.

Η υπόθεση έφερε στο προσκήνιο τη συζήτηση για την αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής και την αποτελεσματικότητα των φορολογικών ελέγχων, σε μια περίοδο κατά την οποία οι πολίτες υφίσταντο διαδοχικά μέτρα λιτότητας.

Για τη Λαγκάρντ, η λίστα έμεινε ως ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα σημεία σύνδεσής της με την Ελλάδα, παρότι η δική της εμπλοκή περιορίστηκε στην παράδοση των στοιχείων στις ελληνικές αρχές, με σκοπό να διερευνηθούν πιθανές φορολογικές παραβάσεις.


Τραπεζίτης χωρίς διδακτορικό

Το καλοκαίρι του 2019, οι ηγέτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης επέλεξαν την Κριστίν Λαγκάρντ για να διαδεχθεί τον Μάριο Ντράγκι στην προεδρία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Ανέλαβε καθήκοντα την 1η Νοεμβρίου 2019, γράφοντας ιστορία ως η πρώτη γυναίκα στην ηγεσία της ΕΚΤ. Η επιλογή της προκάλεσε συζητήσεις, καθώς η επαγγελματική της διαδρομή ήταν εκείνη της δικηγόρου και της πολιτικού, όχι ενός οικονομολόγου με ακαδημαϊκή σταδιοδρομία. Η ίδια, ωστόσο, είχε ήδη διατελέσει υπουργός Οικονομικών της Γαλλίας και επικεφαλής του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου.

Η πρώτη μεγάλη δοκιμασία ήρθε λίγους μήνες αργότερα, με την πανδημία. Στις 12 Μαρτίου 2020, η δήλωσή της σχετικά με τα ιταλικά ομόλογα ότι «δεν είναι δουλειά μας να κλείνουμε τα spreads» - τη διαφορά αποδόσεων ανάμεσα στα ομόλογα διαφορετικών χωρών - προκάλεσε έντονες αντιδράσεις και επιδείνωσε την αναταραχή στις αγορές, ιδιαίτερα στην Ιταλία. Η Λαγκάρντ επιχείρησε στη συνέχεια να διευκρινίσει τη θέση της, ενώ έξι ημέρες αργότερα η ΕΚΤ ανακοίνωσε το έκτακτο πρόγραμμα αγοράς ομολόγων λόγω πανδημίας (PEPP), αρχικού ύψους 750 δισ. ευρώ. Το πρόγραμμα, που επεκτάθηκε στη συνέχεια, αποτέλεσε βασικό εργαλείο για την αντιμετώπιση των οικονομικών συνεπειών της πανδημίας και τη διατήρηση ομαλών συνθηκών χρηματοδότησης στην ευρωζώνη.

Η επόμενη μεγάλη πρόκληση ήταν η εκτίναξη του πληθωρισμού, μετά την πανδημία και την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία. Από το 2022, η ΕΚΤ προχώρησε σε διαδοχικές αυξήσεις επιτοκίων, σε μία από τις ταχύτερες περιόδους νομισματικής σύσφιξης στην ιστορία της. Ακολούθησε η αποκλιμάκωση, καθώς ο πληθωρισμός υποχώρησε από τα υψηλά επίπεδα του 2022. Η αποκλιμάκωση του πληθωρισμού ωστόσο δεν συνεχίστηκε. Τον Σεπτέμβριο του 2026 ο πληθωρισμός στην ευρωζώνη ανέβηκε στο 3,8%, εντείνοντας εκ νέου τις ανησυχίες για τις επιπτώσεις του ενεργειακού κόστους. Στις 29 Οκτωβρίου, η ΕΚΤ διατήρησε αμετάβλητα τα βασικά επιτόκια, προειδοποιώντας για ανοδικούς κινδύνους στον πληθωρισμό.


Αμοιβές και ερωτήματα δεοντολογίας

Στις αρχές του 2026, η αμοιβή της από την Τράπεζα Διεθνών Διακανονισμών (BIS) βρέθηκε στο επίκεντρο της δημοσιότητας. Η Λαγκάρντ έλαβε περίπου 140.000 ευρώ για τη συμμετοχή της στο διοικητικό συμβούλιο της BIS το 2025, γεγονός που προκάλεσε αντιδράσεις από εργαζομένους της ΕΚΤ, οι οποίοι έθεσαν ζήτημα ασυμβατότητας με τους κανόνες που περιορίζουν την αποδοχή αμοιβών από τρίτους για επαγγελματικές δραστηριότητες. Η ΕΚΤ απάντησε ότι οι συγκεκριμένοι κανόνες για το προσωπικό δεν εφαρμόζονται με τον ίδιο τρόπο στην πρόεδρό της, η οποία διέπεται από ξεχωριστό κώδικα δεοντολογίας για τα ανώτατα στελέχη. Η διαμάχη άνοιξε ευρύτερη συζήτηση για τη διαφάνεια και τους κανόνες που διέπουν την κορυφή του ευρωπαϊκού θεσμού.

Την Πέμπτη 29 Οκτωβρίου 2026, η Λαγκάρντ ανακοίνωσε ότι θα αποχωρήσει από την προεδρία της ΕΚΤ στις 7 Φεβρουαρίου 2027, περίπου οκτώ μήνες πριν από την προγραμματισμένη λήξη της θητείας της. Όπως δήλωσε, θέλει να έχει μεγαλύτερη ελευθερία να παρεμβαίνει σε ζητήματα πέρα από το πεδίο της νομισματικής πολιτικής, από το οποίο δεσμεύεται να διατηρεί αποστάσεις λόγω της θεσμικής ουδετερότητας που απαιτεί η θέση της.


Η διαδοχή

Το επόμενο κεφάλαιο άνοιξε ήδη. Πηγές δήλωσαν στο Reuters τον Σεπτέμβριο ότι η Γαλλία θα στηρίξει τον Ολλανδό Κλάας Κνοτ ως διάδοχό της, με αντάλλαγμα Γάλλο υποψήφιο για τη θέση του επικεφαλής οικονομολόγου. Η αποχώρηση της Ιζαμπέλ Σνάμπελ από το Εκτελεστικό Συμβούλιο για θέση στο ΔΝΤ επιταχύνει τις εξελίξεις, αφού τρεις από τις έξι θέσεις του Εκτελεστικού Συμβουλίου θα αλλάξουν χέρια μέσα σε περίπου δέκα μήνες.


Προσωπική ζωή και τρόπος ζωής

Σε ό,τι αφορά την προσωπική της ζωή, η Λαγκάρντ παντρεύτηκε το 1982 τον χρηματιστή Wilfried Lagarde, με τον οποίο απέκτησε δύο γιους, τον Pierre-Henri, αρχιτέκτονα, και τον Thomas, που δραστηριοποιείται στις επιχειρήσεις. Το ζευγάρι χώρισε το 1992, αλλά η ίδια διατήρησε το επώνυμο με το οποίο έγινε γνωστή. Από το 2006 διατηρεί σχέση με τον Γάλλο επιχειρηματία Xavier Giocanti.

Στην καθημερινότητά της διατηρεί ένα αυστηρά πειθαρχημένο μοτίβο. Είναι αυστηρά χορτοφάγος, δεν καταναλώνει αλκοόλ, γυμνάζεται καθημερινά και μετακινείται συχνά με ποδήλατο. Παράλληλα, αποτελεί διεθνές στυλιστικό σύμβολο για τις κομψές εμφανίσεις της, συχνά συνδυασμένες με μεταξωτά φουλάρια Hermès.

Το προφίλ της Κριστίν Λαγκάρντ 

  • Ηλικία: 70 ετών (γεννήθηκε 1η Ιανουαρίου 1956)
  • Σπουδές: Νομικά, Παρίσι
  • Θέσεις: Πρόεδρος Baker McKenzie, υπουργός Γαλλίας, επικεφαλής ΔΝΤ (2011–2019), πρόεδρος ΕΚΤ (από 1/11/2019)
  • Οικογένεια: Δύο γιοι από τον πρώτο της γάμο
  • Forbes List: Βρίσκεται σταθερά στις πρώτες θέσεις της λίστας του Forbes με τις πιο ισχυρές γυναίκες του πλανήτη