Υπάρχει κάτι σχεδόν κινηματογραφικό στο να περνάς από τους δρόμους της παλιάς Λευκωσίας και, ξαφνικά, να βρίσκεσαι σε μια ήσυχη αυλή με ελιές, χαμηλούς τόνους και έναν εντελώς διαφορετικό ρυθμό. Κι αυτό είναι ίσως το πρώτο που καταφέρνει το Amyth of Nicosia, πριν ακόμη φτάσει το πρώτο πιάτο στο τραπέζι: να δημιουργεί την αίσθηση ότι απομακρύνεσαι από την πόλη, παρόλο που βρίσκεσαι ακριβώς μέσα στο ιστορικό της κέντρο.
Στο αναπαλαιωμένο αρχοντικό των αρχών του 1900, μέσα στα ενετικά τείχη, η ισορροπία ανάμεσα στο παλιό και το σύγχρονο αποτυπώνεται τόσο στο boutique ξενοδοχείο όσο και στο Amyth Kouzina. Στην πανέμορφη αυλή του Amyth εκλείπει η ανάγκη για ένα αυστηρά σκηνοθετημένο γεύμα υψηλής γαστρονομίας. Η κουζίνα κινείται σε μια εκλεπτυσμένη μεσογειακή και κυπριακή κατεύθυνση, με έμφαση στις τοπικές και εποχικές πρώτες ύλες. Και το νέο μενού, που είχαμε την ευκαιρία να δοκιμάσουμε, αποτελεί ίσως την πιο ολοκληρωμένη μέχρι σήμερα έκφραση αυτής της ταυτότητας.
Η βραδιά άρχισε με γνώριμες γεύσεις, χωρίς περιττές παρεμβάσεις. Πρώτο στο τραπέζι έφτασε το Amyth Classic Prawn Cocktail, με ελαφρώς ποσέ γαρίδες, σπιτική σάλτσα κοκτέιλ, μαύρο ψωμί και βούτυρο. Σε πιο λεπτούς τόνους ακολούθησε το Octopus Carpaccio, όπου η γεύση του χταποδιού ισορροπούσε με τη λιπαρότητα του ελαιολάδου και τη φρεσκάδα των εσπεριδοειδών, δίνοντας ιδανικά τη σκυτάλη στο πιο εξωστρεφές Norwegian Salmon Ceviche. Εκεί, ο σολομός συναντά το αβοκάντο, το λάιμ και τον κόλιανδρο, ενώ το φρούτο του πάθους προσθέτει το απαραίτητο γλυκόξινο, τροπικό στοιχείο.
Η Helios Salad κατέφθασε την κατάλληλη στιγμή, με μαριναρισμένες ντομάτες, αγγούρι, αβοκάντο, ανάμεικτα φύλλα και μυρωδικά, αναλαμβάνοντας ουσιαστικά να καθαρίσει τον ουρανίσκο πριν το γεύμα περάσει από τις δροσερές και ωμές γεύσεις στις βαθύτερες, καπνιστές και πιο πληθωρικές. Εκεί ακριβώς βρίσκεται και ένα από τα highlights του νέου μενού: στις εκλεκτές κοπές που ψήνονται σε ανοιχτή φωτιά. Ανάμεσά τους, κρέατα USDA Creekstone, αυστραλιανό Wagyu, Iberico και αρνί ελευθέρας βοσκής από την Ιρλανδία. Παράλληλα, ξεχωριστές ενότητες αφιερώνονται στα ψάρια, στα λαχανικά και σε πιάτα που προορίζονται κυρίως για μοίρασμα στο κέντρο του τραπεζιού.
Η ποιότητα της πρώτης ύλης ανεβάζει αισθητά το αποτέλεσμα, κάτι που σχολιάσαμε σχεδόν ταυτόχρονα και οι συνδαιτυμόνες στο τραπέζι
Ιδιαίτερα εντυπωσιακά ήταν τα Spanish Iberico Slow-cooked Pork Ribs. Το Iberico διαθέτει από τη φύση του πλούσιο ενδομυϊκό λίπος και βαθιά γεύση, ενώ το αργό μαγείρεμα και η σπιτική σάλτσα μπάρμπεκιου οδηγούν το πιάτο προς μια πιο πληθωρική και οικεία γευστική κατεύθυνση. Μόνο που εδώ, η ποιότητα της πρώτης ύλης ανεβάζει αισθητά το αποτέλεσμα, κάτι που σχολιάσαμε σχεδόν ταυτόχρονα και οι συνδαιτυμόνες στο τραπέζι.
Στο Slow-cooked Herb-crusted Irish Grass-fed Lamb Rack που ακολούθησε, η προσέγγιση γίνεται περισσότερο κλασική ευρωπαϊκή. Το αρνί συνδυάζεται με αρωματικά βότανα, κρεμώδη σάλτσα μανιταριών, σπαράγγια και πατάτες ογκρατέν. Ένας πλούσιος συνδυασμός, στον οποίο τα βότανα και τα σπαράγγια προσφέρουν την απαραίτητη φρεσκάδα απέναντι στην κρεμώδη ένταση της σάλτσας και της πατάτας. Το πιάτο, όμως, που θα μπορούσαμε χωρίς δεύτερη σκέψη να αποκαλέσουμε πρωταγωνιστή της βραδιάς ήταν το USDA Creekstone Prime Beef Tomahawk. Εκεί ο σεφ έδειξε τη μαεστρία του, τοποθετώντας δίπλα στο κρέας δύο κλασικές συνοδείες στην καλύτερή τους εκδοχή: σάλτσα Béarnaise και σάλτσα κόκκινου κρασιού με Κουμανδαρία. Εξαιρετικές ήταν και οι χειροποίητες πατάτες με τρούφα και παρμεζάνα. Αξίζει να σταθούμε στην Κουμανδαρία, γιατί είναι ακριβώς εκείνη η λεπτομέρεια που επαναφέρει το πιάτο στην Κύπρο, λειτουργώντας ως ένα διακριτό τοπικό σημείο αναφοράς. Και αυτό το εκτιμήσαμε ιδιαίτερα.
Ίσως να είναι αναμενόμενο να πει κανείς ότι ένα καλό Tomahawk δεν χρειάζεται πολλά για να αναδείξει τον χαρακτήρα του. Ας είμαστε, όμως, ειλικρινείς: η έντονη προσωπικότητα της Béarnaise, η Κουμανδαρία και η τρούφα το απογείωσαν, δημιουργώντας μια ολοκληρωμένη εμπειρία γύρω από την κύρια κοπή. Κι όμως, το πιο απρόσμενο «φιλέτο» της βραδιάς ήταν το Grilled Butternut Squash Striploin. Η κολοκύθα αντιμετωπίστηκε με την ίδια σοβαρότητα που θα αντιμετωπιζόταν ένα καλό κομμάτι κρέας: σχάρα, γλάσο και ένταση στη γεύση. Η γλυκιά σόγια και το miso δουλεύουν πάνω στη φυσική γλυκύτητά της, προσθέτοντας αλμυρές και ζυμωμένες νότες. Η ίδια φιλοσοφία συνεχίζεται στην ενότητα Garden Table, όπου τα λαχανικά διεκδικούν ισότιμο ρόλο στο τραπέζι. Η κολοκύθα συνυπάρχει με αργομαγειρεμένο κουνουπίδι ζύμωσης και με ριζότο Carnaroli με μανιτάρια, μαύρη τρούφα, σπαράγγια και αρακά.
Η βραδιά έκλεισε με μια εξαιρετική τριλογία γλυκών: Health by Chocolate, Apricot Cheesecake και Blueberry and Passion, συνοδευμένα από σπιτικές σοκολάτες και μικρά γλυκίσματα. Τρεις διαφορετικές γευστικές κατευθύνσεις: από τη βαθιά ένταση της σοκολάτας, στην κρεμώδη γλυκύτητα του cheesecake με τη φρουτώδη οξύτητα του βερίκοκου και, τέλος, στις πιο ζωηρές όξινες νότες των μούρων και του φρούτου του πάθους.
Το εστιατόριο φιλοξενείται στην καρδιά ενός ξενοδοχείου σχεδιασμένου με τρόπο που διατηρεί την αρχιτεκτονική μνήμη του παλιού κτιρίου
Παρόλο που το Amyth έχει ήδη κερδίσει τη θέση του στη λίστα με τους αγαπημένους προορισμούς της πόλης, αξίζει μια εκ νέου αναφορά στον ίδιο τον χώρο. Το εστιατόριο φιλοξενείται στην καρδιά ενός ξενοδοχείου σχεδιασμένου με τρόπο που διατηρεί την αρχιτεκτονική μνήμη του παλιού κτιρίου, ενώ η αυλή με τις ελιές είναι το σημείο όπου όλα γίνονται πιο χαλαρά. Και εδώ η ατμόσφαιρα δεν λειτουργεί απλώς ως ένα όμορφο σκηνικό. Σε ένα γεύμα που βασίζεται στο μοίρασμα, στις μεγάλες κοπές και στο σερβίρισμα δίπλα στο τραπέζι, αποκτά ουσιαστικό ρόλο: σε κάνει να μη βιάζεσαι. Αυτό είναι και ένα από τα στοιχεία που φαίνεται να αναγνωρίζουν οι επισκέπτες του χώρου, η ήρεμη και προσωπική ατμόσφαιρα, η αυλή και μια εξυπηρέτηση προσεκτική, χωρίς να γίνεται παρεμβατική.
Αν έπρεπε να κρατήσουμε μία μόνο ιδέα από τη βραδιά, δεν θα ήταν ένα μεμονωμένο πιάτο. Το ενδιαφέρον βρίσκεται περισσότερο στη μετάβαση από το ένα στο άλλο. Από την καθαρότητα του carpaccio και την οξύτητα του ceviche περνάμε στη φωτιά, στο λίπος και στο γευστικό βάθος του Iberico και του βοδινού. Και στη συνέχεια, ένα λαχανικό αντιμετωπίζεται με την ίδια σοβαρότητα που θα δινόταν σε μια εκλεκτή κοπή κρέατος.
Σε μια εποχή που όλα μοιάζουν συχνά να μας απομακρύνουν, τουλάχιστον ας μοιραζόμαστε το φαγητό, τις εμπειρίες και ό,τι όμορφο μπορεί ακόμη να χωρέσει γύρω από ένα τραπέζι
Φεύγοντας από τον χώρο και σχολιάζοντας συνολικά την εμπειρία, συμφωνήσαμε σε κάτι: η κουζίνα του Amyth δεν προσπαθεί να αποδείξει πόσο πρωτοποριακή είναι. Αντίθετα, επενδύει σε κάτι πολύ πιο ουσιαστικό: καλές πρώτες ύλες, αναγνωρίσιμες γεύσεις, σωστή τεχνική και αρκετή αυτοπεποίθηση ώστε να μην υπερφορτώνει κάθε πιάτο με ιδέες. Παραμένει εκλεπτυσμένη χωρίς την αυστηρότητα της υψηλής γαστρονομίας και, όπου χρειάζεται, γίνεται όσο θεατρική πρέπει. Έχει μεσογειακό χαρακτήρα, αναφορές στην κλασική ευρωπαϊκή μαγειρική και μια διεθνή ματιά στις σάλτσες, στα γλάσα και στις τεχνικές.
Κυρίως, όμως, έχει ένα μενού φτιαγμένο για μοίρασμα. Και σε μια εποχή που όλα μοιάζουν συχνά να μας απομακρύνουν, τουλάχιστον ας μοιραζόμαστε το φαγητό, τις εμπειρίες και ό,τι όμορφο μπορεί ακόμη να χωρέσει γύρω από ένα τραπέζι.
Ήξερες ότι...
Η εμπειρία φιλοξενίας του Amyth of Nicosia, μέλους της Thanos Hotels & Resorts, απέσπασε φέτος και μια σημαντική διεθνή αναγνώριση, καθώς το ξενοδοχείο έλαβε για πρώτη φορά ένα Michelin Key στο πλαίσιο των Michelin Keys 2026. Η διάκριση έρχεται να αναγνωρίσει τη συνολική εμπειρία που προσφέρει το Amyth στην καρδιά της Λευκωσίας, από τον χαρακτήρα και τον σχεδιασμό του μέχρι το service και τη φιλοξενία. Την ίδια στιγμή, το Amyth of Mykonos διατήρησε το δικό του Michelin Key, με τα δύο ξενοδοχεία της Thanos Hotels & Resorts να περιλαμβάνονται στις φετινές διακρίσεις του διεθνούς οδηγού.