Η αναζήτηση τρόπων επιμήκυνσης της ανθρώπινης ζωής προσελκύει τεράστιες επενδύσεις από τη βιοτεχνολογία, με ορισμένες εταιρείες να υπόσχονται ακόμη και αναστροφή της γήρανσης. Μια νέα μελέτη, ωστόσο, υποστηρίζει ότι η ανθρώπινη μακροζωία έχει ένα βιολογικό όριο που δύσκολα μπορεί να ξεπεραστεί.
Έρευνα που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό npj Aging εξέτασε τον ρόλο των σωματικών μεταλλάξεων, δηλαδή των τυχαίων αλλαγών που συσσωρεύονται στο DNA των κυττάρων κατά τη διάρκεια της ζωής.
Με επικεφαλής τον υπολογιστικό βιολόγο Dmitrii Kriukov, οι ερευνητές δημιούργησαν ένα μαθηματικό μοντέλο για να εκτιμήσουν πόσο θα μπορούσε να ζήσει ένας άνθρωπος στο πιο αισιόδοξο σενάριο: εάν είχαν εξαλειφθεί ο καρκίνος, οι καρδιοπάθειες, η άνοια και οι υπόλοιπες σοβαρές ασθένειες.
Το συμπέρασμα ήταν ότι το θεωρητικό ανώτατο όριο της ανθρώπινης ζωής βρίσκεται μεταξύ 146 και 194 ετών.
Τα αναπόφευκτα λάθη του DNA
Το ανθρώπινο σώμα ανανεώνει διαρκώς τους ιστούς του μέσω της κυτταρικής διαίρεσης. Κάθε φορά που ένα κύτταρο διαιρείται, το DNA του αντιγράφεται. Παρότι ο οργανισμός διαθέτει πολύπλοκους μηχανισμούς επιδιόρθωσης, η διαδικασία δεν είναι απόλυτα αλάνθαστη.
Μικρά λάθη παραμένουν στο γονιδίωμα και συσσωρεύονται με την πάροδο του χρόνου. Οι περισσότερες από αυτές τις μεταλλάξεις είναι ακίνδυνες, άλλες όμως μπορούν να επηρεάσουν την παραγωγή πρωτεϊνών, την επικοινωνία μεταξύ των κυττάρων και τη σωστή λειτουργία των ιστών.
Ακόμη και αν οι μεταλλάξεις δεν προκαλέσουν καρκίνο ή άλλη συγκεκριμένη νόσο, η σταδιακή συσσώρευσή τους θα μπορούσε, σύμφωνα με το μοντέλο, να οδηγήσει σε γενικευμένη απώλεια της κυτταρικής λειτουργίας.
Εγκέφαλος και καρδιά οι πιο ευάλωτοι κρίκοι
Δεν γερνούν όλα τα όργανα με τον ίδιο τρόπο. Το δέρμα και το ήπαρ μπορούν να ανανεώνουν μεγάλο μέρος των κυττάρων τους, περιορίζοντας σε κάποιον βαθμό τη συσσώρευση βλαβών.
Αντίθετα, οι νευρώνες του εγκεφάλου και τα καρδιακά μυϊκά κύτταρα ανανεώνονται ελάχιστα. Πολλά από αυτά παραμένουν στον οργανισμό για δεκαετίες, συγκεντρώνοντας σταδιακά μεταλλάξεις και άλλες μορφές φθοράς.
Σύμφωνα με τους ερευνητές, αυτά τα μακρόβια κύτταρα λειτουργούν ως ένα είδος βιολογικού χρονομέτρου. Όταν η βλάβη στο DNA ξεπεράσει ένα κρίσιμο επίπεδο, η λειτουργία του εγκεφάλου και της καρδιάς δεν μπορεί πλέον να διατηρηθεί.
Θεωρητικό όριο, όχι πρόβλεψη ζωής
Η εκτίμηση των 146 έως 194 ετών δεν σημαίνει ότι οι άνθρωποι θα αρχίσουν σύντομα να φτάνουν σε αυτές τις ηλικίες. Πρόκειται για θεωρητικό όριο που υπολογίζεται αφού αφαιρεθούν από το μοντέλο σχεδόν όλες οι γνωστές αιτίες ασθένειας και πρόωρου θανάτου.
Στην πραγματικότητα, η γήρανση είναι πολύ πιο σύνθετη. Η βράχυνση των τελομερών, οι βλάβες στα μιτοχόνδρια, οι φλεγμονές, οι χρόνιες παθήσεις, ο τρόπος ζωής και οι περιβαλλοντικές επιδράσεις επιβαρύνουν τον οργανισμό πολύ πριν φτάσει στο θεωρητικό όριό του.
Η μελέτη δεν αποδεικνύει ότι η αθανασία είναι οριστικά αδύνατη, αλλά δείχνει πόσο δύσκολο θα ήταν να επιτευχθεί. Δεν θα αρκούσε η θεραπεία των ασθενειών. Θα έπρεπε να βρεθεί τρόπος να προλαμβάνονται ή να διορθώνονται συνεχώς οι μεταλλάξεις σε δισεκατομμύρια κύτταρα, χωρίς να διαταράσσονται οι φυσιολογικές λειτουργίες του οργανισμού.
Από τη μακροζωία στην υγιή γήρανση
Τα ευρήματα μετατοπίζουν το ενδιαφέρον από το πόσα χρόνια μπορεί να ζήσει ένας άνθρωπος στο πόσα από αυτά μπορεί να παραμείνει υγιής και λειτουργικός.
Αντί για την αναζήτηση της αθανασίας, ένας πιο ρεαλιστικός στόχος για την ιατρική και τη βιοτεχνολογία είναι η επέκταση του λεγόμενου healthspan: της περιόδου ζωής χωρίς σοβαρές χρόνιες παθήσεις, αναπηρία και μεγάλη απώλεια αυτονομίας.
Η καλύτερη κατανόηση της φθοράς των μακρόβιων κυττάρων, ιδιαίτερα στον εγκέφαλο και την καρδιά, μπορεί να συμβάλει στην ανάπτυξη θεραπειών για νευροεκφυλιστικές και καρδιαγγειακές ασθένειες.
Το μεγάλο στοίχημα, επομένως, ίσως να μην είναι να ζήσουμε για πάντα, αλλά να παραμείνουμε υγιείς για όσο το δυνατόν μεγαλύτερο μέρος της ζωής μας.