Ως «ελεγχόμενη αναδιάταξη πολιτικών ισορροπιών» με ορίζοντα τις προεδρικές εκλογές του 2028 και λιγότερο ως ουσιαστική επανεκκίνηση της κυβερνητικής πολιτικής αξιολογεί τον ανασχηματισμό, σε δηλώσεις του στο ΚΥΠΕ την Παρασκευή, ο διεθνολόγος και πολιτικός αναλυτής Κωνσταντίνος Πογιατζής.
Όπως σημείωσε, οι αλλαγές ενισχύουν την παρουσία του ΔΗΚΟ στην Κυβέρνηση και διατηρούν ανοικτούς διαύλους προς το εκλογικό ακροατήριο του ΔΗΣΥ.
Παράλληλα, εκτίμησε ότι η διάσταση που καταγράφεται στον ευρύτερο κεντροδεξιό χώρο μπορεί να δημιουργήσει ευνοϊκότερες συνθήκες για υποψηφιότητα προερχόμενη από την Αριστερά, υπογραμμίζοντας ωστόσο ότι κανένα κόμμα δεν φαίνεται να μπορεί να διεκδικήσει με επιτυχία τις προεδρικές εκλογές χωρίς συνεργασίες.
Ο κ. Πογιατζής ανέφερε ότι η περιορισμένη έκταση των αλλαγών σε συγκεκριμένα Υπουργεία και η παραμονή Υπουργών σε κρίσιμα χαρτοφυλάκια καταδεικνύουν ότι δεν αλλάζει ο βασικός προσανατολισμός της Κυβέρνησης.
Όπως είπε, μέσα από τα πρόσωπα που αποχωρούν και τις μετακινήσεις που έγιναν διακρίνεται συγκεκριμένο πολιτικό αποτύπωμα, το οποίο αφορά, μεταξύ άλλων, την ενίσχυση του ΔΗΚΟ με την είσοδο δύο επιπλέον Υπουργών.
Κατά τον ίδιο, η ενισχυμένη παρουσία του ΔΗΚΟ εδραιώνει περισσότερο τη σχέση με τον μοναδικό κοινοβουλευτικό εταίρο που στηρίζει τον Πρόεδρο και καθιστά δυσκολότερο το ενδεχόμενο αποχώρησής του από την Κυβέρνηση.
Ταυτόχρονα, όμως, το ΔΗΚΟ αναλαμβάνει μεγαλύτερο μερίδιο ευθύνης για την κυβερνητική επίδοση. «Η αυξημένη συμμετοχή του Δημοκρατικού Κόμματος μπορεί να προσφέρει επιρροή, αλλά ταυτόχρονα και μεγαλύτερο πολιτικό κόστος σε περίπτωση αποτυχίας», σημείωσε.
Ο πολιτικός αναλυτής είπε ακόμη ότι διατηρούνται ανοικτοί δίαυλοι επικοινωνίας με το εκλογικό ακροατήριο του ΔΗΣΥ, όχι μέσω θεσμικής προσέγγισης με την επίσημη ηγεσία του κόμματος, αλλά μέσω «στρατηγικής επιλεκτικής ενσωμάτωσης προσώπων» με αναφορά στον ευρύτερο κεντροδεξιό χώρο.
Η τακτική αυτή, συνέχισε, μπορεί να διευρύνει την εκλογική βάση του Προέδρου, αλλά ταυτόχρονα να επιταχύνει τη συσπείρωση του ΔΗΣΥ και να ενισχύσει τον ανταγωνισμό ανάμεσα στον επίσημο Δημοκρατικό Συναγερμό και το Προεδρικό για την πολιτική ηγεμονία στην Κεντροδεξιά.
Αναφερόμενος στην ΕΔΕΚ, ο κ. Πογιατζής έκανε λόγο για υποβάθμιση της παρουσίας της, καθώς χάνει τη συμμετοχή της στο Υπουργικό Συμβούλιο και περιορίζεται σε θέσεις Επιτρόπων. Οι δημόσιες δηλώσεις ενόχλησης, είπε, δείχνουν ότι η στάση της για το υπόλοιπο της θητείας της Κυβέρνησης ενδέχεται να καταστεί λιγότερο προβλέψιμη, χωρίς αυτό να σημαίνει κατ’ ανάγκην ρήξη.
Κατά τον ίδιο, ο ανασχηματισμός δεν σηματοδοτεί αλλαγή ιδεολογικού προσανατολισμού, καθώς η Κυβέρνηση διατηρεί «την κεντροδεξιά, ευρωπαϊκή και κοινωνικά φιλελεύθερη φυσιογνωμία της», ενώ οι βασικές επιλογές στην οικονομία, την εξωτερική πολιτική και την άμυνα παραμένουν αμετάβλητες.
Παρατήρησε, ωστόσο, ότι τα νέα πρόσωπα είναι περισσότερο κομματικά και λιγότερο τεχνοκρατικά, κάτι που ενισχύει την πολιτική λογοδοσία των κυβερνητικών εταίρων, αλλά παράλληλα τροφοδοτεί την κριτική περί κομματικών συναλλαγών και κατανομής θέσεων στη βάση πολιτικών ισορροπιών.
Συνοψίζοντας, είπε ότι το βασικό όφελος για τον Πρόεδρο είναι η σταθεροποίηση της σχέσης και το «κλείδωμα» της συγκυβέρνησης με το ΔΗΚΟ, η ανανέωση προσώπων σε χαρτοφυλάκια υψηλής κοινωνικής ορατότητας και η διατήρηση διαύλων προς το εκλογικό ακροατήριο του ΔΗΣΥ.
Το κόστος, πρόσθεσε, αφορά την ενίσχυση της κριτικής περί κομματικοποίησης, τη δυσαρέσκεια ΕΔΕΚ και ΔΗΠΑ και την εμβάθυνση του ανταγωνισμού με τον ΔΗΣΥ.
Ερωτηθείς κατά πόσο εξακολουθεί να διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο η κομματική στήριξη ή αν η ψήφος μετατοπίζεται περισσότερο προς τις προσωπικότητες, ο κ. Πογιατζής ανέφερε ότι ο Πρόεδρος έχει συνδέσει το ενδεχόμενο νέας υποψηφιότητάς του με την αξιολόγηση του κυβερνητικού έργου στο τέλος της θητείας.
Σημείωσε ότι τα πρόσωπα που ανέλαβαν κρίσιμα χαρτοφυλάκια καλούνται να εργαστούν χωρίς περίοδο χάριτος και ότι πλέον «δεν υπάρχει περιθώριο λάθους», καθώς πρέπει να αρχίσει άμεσα η υλοποίηση του Προγράμματος Διακυβέρνησης.
Σε σχέση με το ενδεχόμενο η διάσταση στον κεντροδεξιό χώρο να ευνοήσει την Αριστερά, ο κ. Πογιατζής ανέφερε ότι, με βάση και τα αποτελέσματα των βουλευτικών εκλογών, κανένα κόμμα δεν φαίνεται να διαθέτει από μόνο του τη δυνατότητα να διεκδικήσει με επιτυχία τις προεδρικές εκλογές χωρίς συνεργασίες.
Η διάσταση στην εκλογική βάση του ΔΗΣΥ, η ενσωμάτωση στελεχών του στο κυβερνητικό σχήμα και η απόσταση ανάμεσα στο Προεδρικό και τον επίσημο Δημοκρατικό Συναγερμό «ενδεχομένως να δημιουργήσουν συνθήκες που θα ευνοήσουν μια υποψηφιότητα προερχόμενη από την Αριστερά», είπε.
Πρόσθεσε ότι σε ένα τέτοιο σενάριο, καθοριστική θα είναι η επιλογή της προσωπικότητας και το εύρος της αποδοχής του ενδεχόμενου υποψηφίου στην κυπριακή κοινωνία.
Ερωτηθείς ποια ζητήματα εκτιμά ότι θα επηρεάσουν περισσότερο τους ψηφοφόρους, ο κ. Πογιατζής είπε ότι το Κυπριακό, αν και παραδοσιακά βρισκόταν ψηλά στις προτεραιότητες της κυπριακής κοινωνίας, φαίνεται να έχει υποχωρήσει.
Όπως ανέφερε, περισσότερο απασχολούν πλέον ζητήματα εσωτερικής διακυβέρνησης και καθημερινότητας, όπως η ακρίβεια, η διαφθορά, η οικονομία, η στήριξη των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, ο πληθωρισμός και η προσιτή στέγαση.
«Τα ζητήματα της εσωτερικής διακυβέρνησης είναι εκείνα που απασχολούν περισσότερο τους πολίτες», είπε, προσθέτοντας ότι είναι αυτά που η Κυβέρνηση θα πρέπει να αντιμετωπίσει ώστε να εξασφαλίσει ουσιαστική αποδοχή από την κοινωνία.
Αναφερόμενος σε παράγοντες που θα μπορούσαν να μεταβάλουν τα δεδομένα μέχρι τις προεδρικές εκλογές, ο κ. Πογιατζής είπε ότι ενδεχόμενες εξελίξεις στο Κυπριακό θα μπορούσαν να επηρεάσουν σημαντικά το πολιτικό σκηνικό.
Σημείωσε ότι μέσα από τις διεργασίες μεταξύ των δύο κοινοτήτων και τις προσπάθειες υπό τον ΟΗΕ μπορεί να γίνει περαιτέρω χαρτογράφηση των δεδομένων και των συγκλίσεων, με στόχο ενδεχομένως μια διευρυμένη συνάντηση σε σχήμα 5+1.
Κατά τον ίδιο, εφόσον υπάρξουν ουσιαστικές εξελίξεις στο Κυπριακό, αυτές θα μπορούσαν να αποτελέσουν «σημαντικό επικοινωνιακό χαρτί» για την Κυβέρνηση, διευκρινίζοντας ωστόσο ότι πρόκειται για εξελίξεις που δεν μπορούν να προβλεφθούν από τώρα.
Σε ό,τι αφορά ενδεχόμενη υποψηφιότητα από τον χώρο της Αριστεράς, είπε ότι υπάρχουν ήδη πολιτικές δυνάμεις που έχουν καταγράψει συμπλεύσεις και ότι υπάρχει αρκετός χρόνος για προετοιμασία και διαμόρφωση στρατηγικής που θα μπορούσε να αυξήσει τις πιθανότητες επιτυχίας στις προεδρικές εκλογές.