Η Ευρωπαϊκή Ένωση βρίσκεται μπροστά σε μια από τις σημαντικότερες αποφάσεις της επόμενης δεκαετίας, τη διεύρυνσή της. Πρόκειται για μια ιστορική διαδικασία που θα καθορίσει την ίδια την αξιοπιστία των αρχών πάνω στις οποίες οικοδομήθηκε. Και γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο, η ένταξη νέων κρατών δεν μπορεί να αποτελεί προϊόν πολιτικών συμπαθειών, ιστορικών προκαταλήψεων ή γεωπολιτικών σκοπιμοτήτων.
Γράφει ο Λουκάς Φουρλάς, Ευρωβουλευτής ΔΗΣΥ & ΕΛΚ
Αυτήν την εβδομάδα, στο Διακοινοβουλευτικό Συνέδριο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου με τη συμμετοχή των εθνικών Κοινοβουλίων, συζητήσαμε τον ρόλο που καλούνται να διαδραματίσουν τα εθνικά Κοινοβούλια στη διαδικασία της διεύρυνσης και τη συνεργασία τους με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Δυστυχώς, αντί να ακούσω μια συζήτηση βασισμένη στις αρχές και στις αξίες της ΕΕ, διαπίστωσα ότι πολλές τοποθετήσεις καθορίζονταν περισσότερο από εθνικές προτιμήσεις και πολιτικές σκοπιμότητες, παρά από αντικειμενική αξιολόγηση των υποψήφιων χωρών.
Ως Πρόεδρος της Αντιπροσωπείας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου-Σερβίας, η εικόνα αυτή με απογοητεύει ιδιαίτερα. Πίστευα και εξακολουθώ να πιστεύω ότι η ευρωπαϊκή προοπτική κάθε υποψήφιας χώρας πρέπει να κρίνεται με τα ίδια ακριβώς κριτήρια. Όχι με βάση το αν κάποιος διατηρεί ιστορικές διαφορές μαζί της, αν υπήρξε πόλεμος στο παρελθόν ή αν θεωρεί ότι έχει περισσότερα πολιτικά ή γεωστρατηγικά οφέλη από την ένταξη μιας άλλης χώρας. Η ΕΕ οφείλει να έχει ενιαία πυξίδα.
Όσο αφορά τη Σερβία, γνωρίζω από πρώτο χέρι την πραγματικότητα. Έχω επισκεφθεί το Βελιγράδι τρεις φορές, έχω πραγματοποιήσει δεκάδες συναντήσεις με την πολιτική του ηγεσία και ξέρω πολύ καλά τόσο τα προβλήματα όσο και τις εκκρεμότητες που πρέπει ακόμη να αντιμετωπίσει μέχρι να ολοκληρώσει την ευρωπαϊκή του πορεία. Κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι η Σερβία έχει ήδη εκπληρώσει όλες τις υποχρεώσεις της. Απομένουν σημαντικές μεταρρυθμίσεις και δύσκολες αποφάσεις.
Αυτό όμως που δεν μπορώ να αποδεχθώ είναι το κλίμα που επικρατεί σήμερα σε μερίδα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Ένα κλίμα που επιχειρεί να μπλοκάρει κάθε θετικό βήμα του Βελιγραδίου, όχι επειδή δεν πληροί τις προϋποθέσεις, αλλά επειδή κάποιοι έχουν ήδη αποφασίσει ότι δεν επιθυμούν την ένταξή του στην ευρωπαϊκή οικογένεια. Αυτή η στάση δεν είναι ούτε δίκαιη ούτε ευρωπαϊκή.
Την ίδια στιγμή, κρατάμε ανοικτή την πόρτα για ποιον; Για την Τουρκία. Είναι δυνατόν να εφαρμόζουμε τόσο διαφορετικά μέτρα και σταθμά σε δύο χώρες, όταν η μία εξακολουθεί να κατέχει ευρωπαϊκό έδαφος και να παραβιάζει κατάφωρα το διεθνές δίκαιο; Η ΕΕ οφείλει να είναι συνεπής απέναντι στις ίδιες τις αρχές της.
Οι αντιφάσεις όμως δεν σταματούν εκεί. Συζητούμε εκθέσεις προόδου για το Κόσοβο και ενισχύουμε την ευρωπαϊκή του προοπτική, την ώρα που πέντε κράτη-μέλη της ΕΕ εξακολουθούν να μην το αναγνωρίζουν ως ανεξάρτητο κράτος. Παράλληλα, απαιτούμε από τη Σερβία, ως προϋπόθεση για την ένταξή της, να προχωρήσει στην αναγνώριση του Κοσόβου. Δεν μπορεί η ίδια η ΕΕ να ζητά από μια υποψήφια χώρα να υιοθετήσει μια θέση που ούτε καν όλα τα κράτη-μέλη της συμμερίζονται.
Αν πραγματικά επιθυμούμε μια επιτυχημένη διεύρυνση στα Δυτικά Βαλκάνια, δεν μπορούμε να αγνοούμε τον κεντρικό πυλώνα της περιοχής. Μια διεύρυνση χωρίς τη Σερβία, με την ένταξη περιφερειακών χωρών όπως το Μαυροβούνιο, η Αλβανία ή η Βοσνία-Ερζεγοβίνη, θα δημιουργήσει μια αρχιτεκτονική ελλιπή και δύσκολα λειτουργική.
Το ίδιο ισχύει και για την Ουκρανία και τη Μολδαβία. Όλοι στεκόμαστε αλληλέγγυοι απέναντι στους λαούς τους και στηρίζουμε το ευρωπαϊκό τους μέλλον. Όμως η ένταξη στην ΕΕ δεν μπορεί να αποτελεί πράξη συμπάθειας ή πολιτικής αλληλεγγύης. Πρέπει να αποτελεί αποτέλεσμα πλήρους συμμόρφωσης με το ευρωπαϊκό κεκτημένο, με όλες τις υποχρεώσεις που συνεπάγεται η συμμετοχή στην ευρωπαϊκή οικογένεια. Διαφορετικά, θα δημιουργήσουμε μια Ευρώπη δύο ταχυτήτων, με κράτη διαφορετικών υποχρεώσεων και διαφορετικών δικαιωμάτων, μια Ευρώπη που αργά ή γρήγορα θα δυσκολευτεί να λειτουργήσει.
Ως Πρόεδρος της Αντιπροσωπείας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για τη Σερβία, θα συνεχίσω να εργάζομαι με συνέπεια και επιμονή ώστε η ευρωπαϊκή προοπτική της χώρας να παραμείνει ζωντανή. Όχι γιατί πιστεύω ότι πρέπει να της χαριστεί οτιδήποτε, αλλά γιατί πιστεύω βαθιά ότι η ΕΕ οφείλει να είναι δίκαιη, συνεπής και αξιόπιστη.