Τηλεόραση Ραδιόφωνο Podcasts
κοινή γνώμη

Ζούμε σε μια εποχή όπου οι ανθρωπιστικές κρίσεις διαδέχονται η μία την άλλη με ρυθμό που δυσκολεύει ακόμη και την καταγραφή τους. Συρία, Λιβύη, Αφγανιστάν, Ουκρανία, Γάζα, Υεμένη, Ναγκόρνο Καραμπάχ, Μιανμάρ. Περιοχές που μέσα σε μια δεκαετία πέρασαν από το φως της επικαιρότητας, στο σκοτάδι της λήθης ή το αντίστροφο.

Κι όμως, όσο κι αν αναγνωρίζουμε ότι όλες αυτές οι συγκρούσεις προκαλούν αμέτρητο ανθρώπινο πόνο, η παγκόσμια αντίδραση δεν είναι ποτέ ισότιμη. Ορισμένες τραγωδίες προκαλούν παγκόσμια συγκίνηση, κινητοποιήσεις, διπλωματική πίεση και εκστρατείες αλληλεγγύης, ενώ άλλες μένουν στο περιθώριο. Το ερώτημα λοιπόν δεν είναι μόνο γιατί συμβαίνει αυτό, αλλά με βάση ποια λογική ο κόσμος επιλέγει πού να ευαισθητοποιείται και που όχι.

Στο επίπεδο των κρατών, η θεωρία του ρεαλισμού στις διεθνείς σχέσεις έχει την απάντηση. Τα κράτη δεν αντιδρούν στις ανθρωπιστικές κρίσεις με βάση το μέγεθος του ανθρώπινου πόνου, αλλά με βάση τις στρατηγικές επιδιώξεις τους. Στις πλείστες περιπτώσεις, δεν είναι ο «δέκτης» της τραγωδίας που καθορίζει τη στάση ενός κράτους, αλλά ο «παραγωγός» της κρίσης, δηλαδή ο δρώντας που θεωρείται υπεύθυνος. Αυτό εξηγεί γιατί οι αντιδράσεις είναι τόσο άνισες.

Η Τουρκία, για παράδειγμα, επιλέγει υψηλούς τόνους απέναντι στο Ισραήλ στο θέμα της Γάζας όχι επειδή η Παλαιστίνη είναι σύμμαχος, αλλά επειδή το Ισραήλ είναι γεωπολιτικός αντίπαλος τα τελευταία χρόνια. Η Δύση υποστηρίζει την Ουκρανία με πρωτοφανή ένταση όχι επειδή οι άλλες συγκρούσεις είναι λιγότερο σκληρές, αλλά επειδή ο θύτης είναι η Ρωσία, ο βασικός της γεωπολιτικός αντίπαλος και κίνδυνος για τα ανατολικά σύνορα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το φαινόμενο αυτό δεν αποτελεί ιδιαιτερότητα της σύγχρονης εποχής, αλλά μια σταθερά που επανεμφανίζεται διαχρονικά στην εξωτερική πολιτική των κρατών. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η κρίση της Βοσνίας τη δεκαετία του ’90, όπου η διεθνής αντίδραση κλιμακώθηκε αποφασιστικά όταν ο θύτης ταυτιζόταν με έναν δρώντα που η Δύση αντιλαμβανόταν ως στρατηγικό αντίπαλο, οδηγώντας τελικά σε στρατιωτική επέμβαση.

Με άλλα λόγια, οι ανθρωπιστικές κρίσεις συχνά μετατρέπονται σε εργαλεία εξωτερικής πολιτικής. Τα κράτη ενισχύουν ή υποβαθμίζουν μια τραγωδία ανάλογα με το πόσο εξυπηρετεί ή απειλεί την εθνική τους ατζέντα. Αυτό δεν σημαίνει ότι η ανθρωπιστική διάσταση είναι προσχηματική, σημαίνει όμως ότι υποτάσσεται στη λογική της ισχύος. Οι θεωρίες των στρατηγικών αφηγήσεων και του ρεαλισμού εξηγούν ακριβώς αυτό. Κάθε μεγάλη κρίση γίνεται ευκαιρία για τα κράτη να διαμορφώσουν διεθνή εντυπώση, να ασκήσουν πίεση σε αντιπάλους ή να ενισχύσουν περιφερειακές συμμαχίες. Έτσι δημιουργείται η εντύπωση ότι οι κυβερνήσεις κινητοποιούνται «επιλεκτικά». Στην πραγματικότητα, τα κράτη κινητοποιούνται πολιτικά, όχι ηθικά.

Παρόμοιο μοτίβο παρατηρείται και στον ρόλο των Μέσων Ενημέρωσης. Η διεθνής ροή πληροφόρησης δεν είναι ουδέτερη. Τα ΜΜΕ προβάλλουν αυτό που έχει πολιτική αξία και αφηγείται εύκολα. Η Συρία έγινε για χρόνια παγκόσμια είδηση επειδή συνδύαζε στρατηγική σημασία και δραματικές εικόνες, η Ουκρανία κυριαρχεί στα δελτία όχι μόνο λόγω της κλίμακας της βίας, αλλά επειδή πρόκειται για πόλεμο στην «αυλή» της Ευρώπης. Αντίθετα, το Σουδάν, η Υεμένη ή το Μάλι όπου αυτή τη στιγμή η πρωτεύουσά του κινδυνεύει από τρομοκράτες, αντιμετωπίζονται συχνά σαν δύσκολα ή και «άβολα» θέματα. Περίπλοκες συγκρούσεις χωρίς καθαρή αφήγηση, χωρίς διεθνείς πρωταγωνιστές με πολιτικό βάρος, μακριά από «εμάς», τη Δύση. Μέσα από αυτό το φίλτρο, ορισμένες τραγωδίες γίνονται κεντρικές στον παγκόσμιο διάλογο, ενώ άλλες αντιμετωπίζονται σαν υποσημείωση.

Στην εξίσωση πρέπει να προστεθεί και η κοινωνία των πολιτών, όπου το ιδεολογικό φίλτρο παίζει σημαντικό ρόλο. Οι μεγάλες οργανώσεις και τα κινήματα που μιλούν στο όνομα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων προέρχονται ιστορικά από τον προοδευτικό και αριστερό χώρο. Όπως κάθε πολιτικός χώρος και ιδεολογία, έτσι και αυτός έχει τις δικές του προτιμήσεις και αντιπάθειες. Ορισμένες κρίσεις , όπως το Παλαιστινιακό ή παλαιότερα το απαρτχάιντ, εντάσσονται σε ένα ευρύτερο αντι-ιμπεριαλιστικό αφήγημα και επομένως αποκτούν παγκόσμια συμβολική φόρτιση. Άλλες, όπως η επίθεση της Ρωσίας στην Ουκρανία ή οι θηριωδίες του συριακού καθεστώτος, αντιμετωπίζονται συχνά με επιφύλαξη επειδή ο «θύτης» δεν ταιριάζει με τα ιδεολογικά σχήματα που έχει συνηθίσει να καταγγέλλει ο συγκεκριμένος χώρος.

Η κοινωνία των πολιτών θεωρητικά λειτουργεί ως ηθικό αντίβαρο στα συμφέροντα των κρατών. Όμως στην πράξη, και οι ίδιες οι οργανώσεις και τα κοινωνικά κινήματα επηρεάζονται από την ιδεολογική τους ταυτότητα. Έτσι, ορισμένες κρίσεις γίνονται «σημαίες» επειδή ταιριάζουν στο πολιτικό τους αφήγημα, ενώ άλλες, εξίσου τραγικές, μένουν στο περιθώριο.

Αθροιστικά, όλα αυτά συνθέτουν ένα παγκόσμιο τοπίο όπου ο πόνος δεν μετριέται με την ίδια μονάδα. Οι κρατικές ατζέντες, τα μιντιακά φίλτρα και οι ιδεολογικές προτιμήσεις της κοινωνίας των πολιτών δημιουργούν έναν επίλεκτο ανθρωπισμό. Μια κατάσταση όπου ορισμένες ζωές «μετρούν» περισσότερο επειδή εξυπηρετούν πολιτικές αφηγήσεις, ενώ άλλες μένουν στην αφάνεια επειδή δεν βολεύουν ή δεν εξυπηρετούν κανέναν.