Τηλεόραση Ραδιόφωνο Podcasts
λιθ

Η αμερικανική πρόταση για τον τερματισμό του πολέμου στη Γάζα κυριαρχεί στον διεθνή Τύπο, αποτελώντας μια φιλόδοξη προσπάθεια για ειρήνευση μετά από δύο χρόνια ανελέητου πολέμου. Το σχέδιο του Ντόναλντ Τραμπ προβλέπει την παράδοση της Χαμάς, την απελευθέρωση των ομήρων και τη δημιουργία μιας «Νέας Γάζας» υπό τη διακυβέρνηση μιας τεχνοκρατικής παλαιστινιακής επιτροπής και την εποπτεία ενός διεθνούς «Συμβουλίου Ειρήνης». Η υλοποίησή του βασίζεται σε διεθνείς και Άραβες εταίρους, όμως παραμένουν σοβαρά εμπόδια: η απροθυμία της Χαμάς να παραδώσει τα όπλα, η εσωτερική πίεση που δέχεται ο Νετανιάχου από εθνικιστές εταίρους και η αβεβαιότητα για τον ρόλο της Παλαιστινιακής Αρχής. Η επιτυχία του σχεδίου εξαρτάται από την ύπαρξη σαφών μηχανισμών, διεθνούς εποπτείας και μιας μεταβατικής διοίκησης που θα αποτρέψει την επιστροφή της τρομοκρατίας.

Την ίδια ώρα, οι παγκόσμιες συγκρούσεις αναδιαμορφώνουν τις γεωπολιτικές ισορροπίες. Το ΝΑΤΟ υιοθετεί σκληρότερη στάση έναντι των ρωσικών παραβιάσεων, επιτρέποντας την κατάρριψη αεροσκαφών που εισέρχονται στον εναέριο χώρο της Συμμαχίας. Στη Μέση Ανατολή, η ισραηλινή επίθεση στο Κατάρ πυροδοτεί συζητήσεις για τη δημιουργία ενός «Ισλαμικού ΝΑΤΟ», καθώς οι αραβικές χώρες αναζητούν πιο αυτόνομες αμυντικές στρατηγικές. Παράλληλα, η ρητορική του Νετανιάχου για ένα Ισραήλ «υπέρ-Σπάρτη» φαίνεται να οδηγεί τη χώρα σε αυξανόμενη διεθνή απομόνωση. Στην Ασία, η Κίνα, η Ρωσία, το Πακιστάν και το Ιράν διακηρύσσουν την κοινή τους θέση για ένα Αφγανιστάν χωρίς ξένες στρατιωτικές βάσεις, ενώ η Ταϊβάν και η Ουκρανία ενισχύουν τη συνεργασία τους για την υποστήριξη παιδιών που επλήγησαν από τον πόλεμο.

Ο Τύπος της Δύσης

Το άρθρο με τίτλο «Ο Τραμπ πιέζει δυνατά για τη μεσανατολική "συμφωνία του αιώνα"», που δημοσιεύτηκε στην Washington Post στις 29 Σεπτεμβρίου από τον David Ignatius, παρουσιάζει το νέο ειρηνευτικό σχέδιο του Ντόναλντ Τραμπ για τη Γάζα. Ο Αμερικανός πρόεδρος πρότεινε τη δημιουργία μιας «Νέας Γάζας», με στόχο τον τερματισμό του πολέμου και την πολιτική μετάβαση στη σταθερότητα. Κεντρικό όργανο θα είναι το «Board of Peace», το οποίο θα εποπτεύει μια προσωρινή, τεχνοκρατική παλαιστινιακή επιτροπή που θα διαχειρίζεται τις βασικές υπηρεσίες, με τη βοήθεια διεθνούς δύναμης σταθεροποίησης και τη συμμετοχή χωρών όπως η Ιταλία και η Ινδονησία. Το σχέδιο, αν και ουσιαστικά απαιτεί την άνευ όρων παράδοση της Χαμάς, συνοδεύεται από υποσχέσεις αμνηστίας και ασφαλούς εξόδου για όσους παραδώσουν τα όπλα. Ο Μπενιαμίν Νετανιάχου εμφανίζεται να κερδίζει σημαντικές παραχωρήσεις, όπως η απουσία της Παλαιστινιακής Αρχής μέχρι να «μεταρρυθμιστεί», ενώ διατηρεί ισραηλινή στρατιωτική παρουσία στη Γάζα. Η Σαουδική Αραβία αφήνει να εννοηθεί ότι μπορεί να στηρίξει τη συμφωνία, χωρίς όμως σαφή δέσμευση για παλαιστινιακό κράτος. Η υλοποίηση βασίζεται σε διεθνείς και αραβικούς εταίρους, με ενεργό ρόλο του Κατάρ και των ΗΑΕ, καθώς και τη συμμετοχή προσωπικοτήτων όπως ο Τζάρεντ Κούσνερ και ο Τόνι Μπλερ. Παρά τον έντονο σκεπτικισμό, η πρόταση αποτελεί μια σπάνια αχτίδα ελπίδας στη μακρόχρονη ισραηλινοπαλαιστινιακή τραγωδία.

Το άρθρο με τίτλο «Ο Ντόναλντ Τραμπ επιδιώκει “αιώνια ειρήνη” στη Γάζα», που δημοσιεύτηκε στο The Economist στις 29 Σεπτεμβρίου και υπογράφεται από τον Ντόναλντ Τραμπ, παρουσιάζει την πιο φιλόδοξη μέχρι σήμερα προσπάθεια για τον τερματισμό του διετούς πολέμου στη Γάζα. Ο Αμερικανός Πρόεδρος έπεισε τον Ισραηλινό Πρωθυπουργό Μπενιαμίν Νετανιάχου να αποδεχθεί δημόσια ένα σχέδιο κατάπαυσης του πυρός, το οποίο στηρίζεται από πολλές αραβικές και μουσουλμανικές χώρες. Το σχέδιο προβλέπει αρχικά την απελευθέρωση 48 Ισραηλινών ομήρων έναντι 1.950 Παλαιστίνιων κρατουμένων, ενώ στη συνέχεια απαιτείται ο αφοπλισμός της Χαμάς και η σταδιακή αποχώρηση του ισραηλινού στρατού. Η ασφάλεια θα ανατεθεί σε μια «Διεθνή Δύναμη Σταθεροποίησης» και η διακυβέρνηση στη Γάζα θα μεταβιβαστεί σε μια τεχνοκρατική, ουδέτερη παλαιστινιακή επιτροπή. Παράλληλα, ο Τραμπ θα προεδρεύει ενός «Συμβουλίου Ειρήνης» που θα επιβλέπει την ανοικοδόμηση, με συμμετοχή διεθνών προσωπικοτήτων όπως ο Τόνι Μπλερ. Ωστόσο, παραμένουν σοβαρά εμπόδια: η απροθυμία της Χαμάς να παραδώσει τα όπλα ή να χάσει την εξουσία της, η εσωτερική πίεση που δέχεται ο Νετανιάχου από εθνικιστές εταίρους, και η αβεβαιότητα για τον ρόλο που θα αναλάβει η Παλαιστινιακή Αρχή. Παρά τις αμφιβολίες, το σχέδιο θεωρείται η μεγαλύτερη ελπίδα μέχρι στιγμής για τον τερματισμό του πολέμου.

«Οι νέοι κανόνες εμπλοκής του ΝΑΤΟ σηματοδοτούν καμπή στην απάντηση στις ρωσικές παραβιάσεις» ήταν ο τίτλος του δημοσιεύματος της Le Monde (ημερομηνία πρόσβασης 2 Οκτωβρίου) που υπογράφουν οι Chloé Hoorman και Elise Vincent. Σύμφωνα με το δημοσίευμα, η νέα στάση του ΝΑΤΟ, η οποία επιτρέπει την πιθανότητα κατάρριψης ρωσικών μαχητικών που εισέρχονται στον εναέριο χώρο της Συμμαχίας, θεωρείται ιστορική τομή σε σχέση με την έως τώρα προσέγγιση της υποστήριξης της Ουκρανίας «από τα μετόπισθεν». Η απόφαση αυτή ελήφθη σε έκτακτη συνεδρίαση του Βορειοατλαντικού Συμβουλίου, μετά από αλλεπάλληλες ρωσικές παραβιάσεις με drones και αεροσκάφη στον εναέριο χώρο της Εσθονίας και της Βαλτικής. Ο στρατηγός Alexus Grynkewich, επικεφαλής των δυνάμεων του ΝΑΤΟ στην Ευρώπη, τόνισε πως δίνεται στις χώρες-μέλη μεγαλύτερη «ευελιξία» ώστε να αντιδρούν αυτόνομα, χωρίς να απαιτείται πάντα συλλογική συναίνεση. Ωστόσο, η νέα αυτή προσέγγιση εγείρει διλήμματα. Από τη μία πλευρά, αναλυτές όπως η Rachel Rizzo υποστηρίζουν ότι η χάραξη ξεκάθαρων «κόκκινων γραμμών» είναι απαραίτητη για την αποτροπή της Μόσχας, ακόμα και με το ρίσκο σύγκρουσης. Από την άλλη, ειδικοί όπως η Jaanika Merilo προκρίνουν στρατηγική ασάφεια και ασύμμετρες απαντήσεις, ώστε να παραμένει το ΝΑΤΟ απρόβλεπτο. Η συζήτηση αποτυπώνει ένα ευρύτερο στρατηγικό σταυροδρόμι: από τις υβριδικές απειλές (κυβερνοεπιθέσεις, εμπρησμούς) περνάμε πλέον σε άμεσες στρατιωτικές αντιπαραθέσεις. Η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με τη σκληρή πραγματικότητα ότι οι συνέπειες του πολέμου στην Ουκρανία δεν περιορίζονται πια σε ένα «μακρινό μέτωπο», αλλά αγγίζουν τον ίδιο τον εναέριο χώρο των συμμάχων.

Στην ανάλυση με τίτλο «Οδεύει η Μέση Ανατολή σε ένα ‘Ισλαμικό ΝΑΤΟ’;» της DW (ημερομηνία πρόσβασης 2 Οκτωβρίου), η Cathrin Schaer εξετάζει τις γεωπολιτικές ανακατατάξεις μετά την πρώτη ισραηλινή επίθεση σε κράτος του Κόλπου, το Κατάρ. Η επίθεση με πυραύλους, που στόχευε στελέχη της Χαμάς στη Ντόχα, αποκάλυψε τα όρια των αμερικανικών εγγυήσεων ασφαλείας και προκάλεσε έντονες συζητήσεις για περιφερειακή αμυντική συνεργασία. Στη σύνοδο κορυφής του Αραβικού Συνδέσμου και του Οργανισμού Ισλαμικής Συνεργασίας, διατυπώθηκαν εκκλήσεις για μια συλλογική στρατηγική, με προτάσεις που θυμίζουν το ΝΑΤΟ. Παράλληλα, τα μέλη του Συμβουλίου Συνεργασίας του Κόλπου ενεργοποίησαν ρήτρα συλλογικής άμυνας και αποφάσισαν την ενίσχυση της ανταλλαγής πληροφοριών, κοινές ασκήσεις και ένα σύστημα έγκαιρης προειδοποίησης. Ωστόσο, αναλυτές τονίζουν ότι μια «ισλαμική εκδοχή» του ΝΑΤΟ είναι μάλλον απίθανη, καθώς τα κράτη δεν θέλουν να δεσμευθούν σε συγκρούσεις ξένες προς τα συμφέροντά τους. Πιο ρεαλιστική θεωρείται η μορφή «6+2» (τα έξι κράτη του Κόλπου συν την Αίγυπτο και την Τουρκία), που αποσκοπεί περισσότερο σε συλλογική αποτροπή παρά σε πλήρη στρατιωτική δέσμευση. Νέα στρατηγικά ανοίγματα εμφανίζονται επίσης προς το Πακιστάν, την Ινδία και, διστακτικά, προς τη Ρωσία και την Κίνα. Σε κάθε περίπτωση, οι χώρες του Κόλπου δεν μπορούν να αγνοήσουν την τεχνολογική εξάρτησή τους από τις ΗΠΑ, αλλά πλέον τις βλέπουν ως «εταίρο» κι όχι ως τον απόλυτο εγγυητή της ασφάλειας – εγκαινιάζοντας έτσι μια σταδιακή μετάβαση σε μια πιο αυτόνομη, περιφερειακά καθοδηγούμενη άμυνα.

Ο Τύπος της Μέσης Ανατολής

Ο Giorgio Cafiero σε άρθρο γνώμης με τίτλο «Η αυταπάτη της ‘Υπέρ-Σπάρτης’ του Νετανιάχου: Η πορεία του Ισραήλ προς μια στρατιωτικοποιημένη απομόνωση» που δημοσιεύτηκε στο The New Arab (ημερομηνία πρόσβασης 2 Οκτωβρίου), εξετάζει τη ρητορική του Μπενιαμίν Νετανιάχου που οραματίζεται το Ισραήλ ως “υπέρ-Σπάρτη”, μια σχεδόν αυτάρκη και υπερ-στρατιωτικοποιημένη κοινωνία. Η ιδέα αυτή εντάσσεται στη μακρόχρονη στρατηγική του ισραηλινού κράτους, που συνδυάζει στρατιωτική ισχύ με εποικιστική πολιτική και επιθετικότητα έναντι των γειτόνων του. Ωστόσο, σύμφωνα με αναλυτές και ειδικούς, η προοπτική αυτή είναι ουτοπική και οδηγεί σε αυξανόμενη διεθνή απομόνωση. Η εξάρτηση του Ισραήλ από τις ΗΠΑ για στρατιωτική, οικονομική και διπλωματική στήριξη το καθιστά ανίκανο να επιβιώσει μακροπρόθεσμα χωρίς εξωτερικά ερείσματα. Ο Νετανιάχου, επιχειρώντας να εδραιώσει το αφήγημα μιας “πολιορκούμενης υπερδύναμης”, στοχοποιεί το Κατάρ και ακόμη και την Κίνα, αποδίδοντάς τους ευθύνες για την όλο και πιο αρνητική εικόνα του Ισραήλ διεθνώς. Όμως η κριτική των ειδικών επισημαίνει πως αυτές οι κατηγορίες αποτελούν πολιτικούς ελιγμούς, κυρίως για να καθησυχάσει την Ουάσινγκτον και να κερδίσει την εύνοια των σκληροπυρηνικών κύκλων εκεί. Παράλληλα, οι αναγνωρίσεις του παλαιστινιακού κράτους από δυτικές χώρες, αν και μέχρι τώρα σε μεγάλο βαθμό συμβολικές, υποδηλώνουν μετατόπιση του διεθνούς κλίματος. Η στρατηγική της απομόνωσης συγκρίνεται με την αρχαία Σπάρτη, που τελικά κατέρρευσε λόγω υπερ-στρατιωτικοποίησης και έλλειψης ευελιξίας. Αναλυτές προειδοποιούν ότι το Ισραήλ κινδυνεύει να ακολουθήσει ανάλογη μοίρα, οδηγούμενο σε βαθύτερη διεθνή περιθωριοποίηση, εντονότερη εσωτερική αστάθεια και στην αμφισβήτηση της βιωσιμότητας του σιωνιστικού προγράμματος.

Το κύριο άρθρο της Jerusalem Post στις 30 Σεπτεμβρίου με τίτλο «Ολοκληρώστε τη συμφωνία: Πώς να επιτευχθεί κατάπαυση του πυρός χωρίς χάος» παρουσιάζει την πρόταση του Αμερικανού Προέδρου Ντόναλντ Τραμπ για άμεση κατάπαυση του πυρός στη Γάζα, επιστροφή ομήρων και ένα μεταβατικό πλαίσιο διοίκησης που αποκλείει την επαναφορά της Χαμάς. Η συμφωνία προβλέπει ότι εντός 72 ωρών από την αποδοχή της εκ μέρους του Ισραήλ, όλοι οι όμηροι –νεκροί και ζωντανοί– θα επιστραφούν, ενώ οι γραμμές μάχης θα «παγώσουν» και σταδιακά θα ξεκινήσει η απεμπλοκή. Για την «επόμενη μέρα», το σχέδιο προβλέπει μια τεχνοκρατική παλαιστινιακή επιτροπή που θα κυβερνά προσωρινά, υπό την εποπτεία διεθνούς «συμβουλίου ειρήνης» με επικεφαλής τον Τραμπ και με μέλη όπως ο Τόνι Μπλερ. Η ανθρωπιστική βοήθεια θα διοχετευθεί άμεσα μέσω ουδέτερων θεσμών (ΟΗΕ, Ερυθρά Ημισέληνος), ενώ παράλληλα θα ενεργοποιηθεί σχέδιο ανάπτυξης με ειδικές οικονομικές ζώνες και κίνητρα για επενδύσεις. Το πλάνο απορρίπτει τη βίαιη μετακίνηση πληθυσμών, προβλέπει αμνηστία για μέλη της Χαμάς που καταθέτουν τα όπλα και ασφαλή διέξοδο σε όσους αποχωρήσουν. Παράλληλα, μετά την επιστροφή των ομήρων, θα γίνει ανταλλαγή κρατουμένων και σορών. Το άρθρο τονίζει ότι η ουσία βρίσκεται στην υλοποίηση: σαφείς μηχανισμοί, διεθνής εποπτεία και μεταβατική διοίκηση που αποτρέπει την επιστροφή της τρομοκρατίας. Κατά τον συντάκτη, το σχέδιο δεν είναι τέλειο, αλλά προσφέρει μια ρεαλιστική, εφαρμόσιμη και ηθικά αναγκαία διέξοδο, που μπορεί να διασφαλίσει σταθερότητα στη Γάζα και ασφάλεια στο Ισραήλ.

Ο Τύπος της Ασίας

Το δημοσίευμα με τίτλο «Η Ταϊβάν και η Ουκρανία υπογράφουν συμφωνία βοήθειας στην πολωνική πρωτεύουσα», που δημοσιεύτηκε στη Taipei Times στις 30 Σεπτεμβρίου, περιγράφει τη νέα συνεργασία μεταξύ Ταϊβάν και Ουκρανίας με στόχο την υποστήριξη ευάλωτων παιδιών στην Ουκρανία. Ο Υπουργός Εξωτερικών της Ταϊβάν, Lin Chia-lung, επισκέφθηκε την Πολωνία και παρέστη στην υπογραφή μνημονίου κατανόησης στη Βαρσοβία, λίγο πριν την ομιλία του στο Warsaw Security Forum. Τη συμφωνία υπέγραψαν ο εκπρόσωπος της Ταϊβάν στην Πολωνία, Jeff Liu, και η Tetiana Badylevych, αναπληρώτρια διευθύντρια του Κέντρου Κοινωνικών Υπηρεσιών του Κιέβου. Η συμφωνία επικεντρώνεται στην παροχή στήριξης σε παιδιά της περιοχής του Κιέβου που έχασαν τους γονείς τους εξαιτίας της ρωσικής εισβολής. Το έργο θα υλοποιηθεί με τη συνεργασία του ταμείου Taiwan Fund for Children and Families και της ιταλικής ΜΚΟ WeWorld, καλύπτοντας ανάγκες ψυχικής υγείας, βασικά μέσα διαβίωσης και στήριξη σε ανάδοχες οικογένειες. Στην τελετή παρευρέθηκαν και Ουκρανοί βουλευτές, όπως οι Mykola Kniazhytskyi, Yaroslav Yurchyshyn και Andrii Lopushanskyi. Επιπλέον, το φόρουμ στη Βαρσοβία περιλαμβάνει ομιλίες για τη μελλοντική διαμόρφωση της παγκόσμιας δημοκρατικής εφοδιαστικής αλυσίδας, με συμμετοχή ανώτερων Ταϊβανών αξιωματούχων.

Η «Κοινή δήλωση για το Αφγανιστάν δείχνει την περιφερειακή αποφασιστικότητα για ειρήνη», που δημοσιεύτηκε στη China Daily στις 29 Σεπτεμβρίου, αναδεικνύει τη στάση τεσσάρων γειτονικών χωρών απέναντι στο μέλλον του Αφγανιστάν. Στο περιθώριο της 80ής Συνόδου της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ, οι υπουργοί Εξωτερικών Κίνας, Ρωσίας, Πακιστάν και Ιράν διακήρυξαν την κοινή τους θέση υπέρ του σεβασμού της κυριαρχίας, της ανεξαρτησίας και της εδαφικής ακεραιότητας του Αφγανιστάν. Τόνισαν ότι οποιαδήποτε επαναφορά ξένων στρατιωτικών βάσεων, ιδιαίτερα εκ μέρους των ΗΠΑ οι οποίες φέρουν μεγάλο μέρος της ευθύνης, θα έθετε σε κίνδυνο την περιφερειακή σταθερότητα και θα υπονόμευε τις προσδοκίες του αφγανικού λαού. Η ίδια η αφγανική κυβέρνηση έχει απορρίψει δημόσια προτάσεις επανακατάληψης της αεροπορικής βάσης Bagram, επαναβεβαιώνοντας τη δέσμευσή της στη μη ανάμειξη ξένων δυνάμεων. Μετά από δύο δεκαετίες στρατιωτικής παρουσίας που ενίσχυσε διαιρέσεις και άφησε βαθιές κοινωνικές και ανθρωπιστικές πληγές, η ανάγκη για ανοικοδόμηση, σταθερότητα και πραγματική ειρήνη καθίσταται προφανής. Η κινεζική διπλωματία, μέσα από τον εκπρόσωπο Guo Jiakun, επανέλαβε ότι η διεθνής κοινότητα οφείλει να προσφέρει ανθρωπιστική και αναπτυξιακή βοήθεια, όχι να αναβιώνει επεμβατικές πρακτικές. Η κοινή δήλωση αντικατοπτρίζει μια αυξανόμενη περιφερειακή ευθυγράμμιση, υπογραμμίζοντας ότι η αληθινή ειρήνη θα προκύψει από τον σεβασμό, τη βοήθεια και τη συνεργασία, όχι από τους στρατιωτικούς πειραματισμούς του παρελθόντος.

Ο Τύπος της Ρωσίας και Ουκρανίας

Στο άρθρο γνώμης με τίτλο «Ειρηνοφιλία στα πρόθυρα του πολέμου», που δημοσιεύτηκε στην Izvestia στις 30 Σεπτεμβρίου, ο Andrey Kortunov αναλύει την αντιφατική εξωτερική πολιτική του Ντόναλντ Τραμπ. Ο Τραμπ αυτοπροβάλλεται ως παγκόσμιος ειρηνοποιός, ικανός να επιλύει συγκρούσεις που άλλοι απέτυχαν, αλλά οι μέθοδοί του υπονομεύουν αυτόν τον ρόλο. Ενώ αποφεύγει τους μεγάλης κλίμακας πολέμους, θεωρώντας τους «κακή επιχείρηση», δεν διστάζει να διατάξει στοχευμένα στρατιωτικά χτυπήματα, όπως έκανε στο Ιράν και με τη δολοφονία του Κασέμ Σουλεϊμανί. Η στρατηγική του για την ειρήνη δεν βασίζεται στη διπλωματία ή τον έλεγχο των εξοπλισμών —αγνοώντας μάλιστα ρωσικές προτάσεις για τη συνθήκη START-3— αλλά στην ενίσχυση της στρατιωτικής ισχύος. Ο συγγραφέας επισημαίνει την αύξηση του προϋπολογισμού του Πενταγώνου στο αστρονομικό ποσό του 1 τρισεκατομμυρίου δολαρίων και την ανάπτυξη ενός νέου συστήματος αντιπυραυλικής άμυνας, το οποίο αποσταθεροποιεί την παγκόσμια ασφάλεια. Επιπλέον, οι παρορμητικές του ενέργειες, όπως η αποστολή υποβρυχίων κοντά στη Ρωσία, καταδεικνύουν μια επικίνδυνη προσέγγιση. Ο Kortunov καταλήγει ότι, παρά τις καλές προθέσεις, η κλιμάκωση της κούρσας εξοπλισμών και η μονομερής δράση οδηγούν την ανθρωπότητα μακριά από την ειρήνη.

Ο Orhan Dragas στεγάζει την παρέμβασή του κάτω από τον τίτλο «Η Ευρώπη δεν έχει το δικαίωμα να κουραστεί, ενώ η Ουκρανία αιμορραγεί». Στην ανάλυση που δημοσιεύτηκε στις 2 Οκτωβρίου στην Kyiv Post, ο συγγραφέας ασκεί δριμεία κριτική στη Δύση για την υποκριτική και ανεπαρκή στήριξή της προς την Ουκρανία. Ο συγγραφέας υποστηρίζει ότι ο πόλεμος της Ρωσίας δεν είναι απλώς μια γεωπολιτική σύγκρουση, αλλά ένας πόλεμος εξόντωσης με τραγικό κόστος για τους αμάχους και ειδικά τα παιδιά, των οποίων η παιδική ηλικία έχει κλαπεί. Κατηγορεί τους Ευρωπαίους και Αμερικανούς ηγέτες για «υπολογισμένη δειλία», καθώς παρέχουν αρκετή βοήθεια ώστε η Ουκρανία να μην καταρρεύσει, αλλά όχι αρκετή για να νικήσει, παρατείνοντας έτσι τον πόλεμο και τη δυστυχία. Αυτή η αναποφασιστικότητα, που δίνει προτεραιότητα στις «κόκκινες γραμμές» της Ρωσίας αντί στις ουκρανικές ζωές, είναι ακριβώς αυτό στο οποίο ποντάρει ο Πούτιν, ο οποίος βασίζεται στην «κόπωση» της Δύσης. Ο Dragas τονίζει ότι η Ουκρανία δεν πολεμά μόνο για την επιβίωσή της, αλλά λειτουργεί ως «προπύργιο» για ολόκληρη την Ευρώπη. Καταλήγει πως η νίκη της Ουκρανίας είναι προϋπόθεση για την ασφάλεια και το μέλλον της Ευρώπης, και η άρνηση πλήρους υποστήριξης αποτελεί προδοσία της ίδιας της Ευρώπης.


Πηγή: ΚΥΠΕ