«Αν πεθάνω, ας πεθάνω με περηφάνια και αξιοπρέπεια», είχε γράψει σε ένα από τα σημειώματά του μέσα στη φυλακή. Για τον 27χρονο Μπόμπι Σαντς, η απεργία πείνας ήταν μια πράξη διαμαρτυρίας απέναντι στην επίσημη πολιτική της Μεγάλης Βρετανίας, την οποία, ως μαχητής του Ιρλανδικού Δημοκρατικού Στρατού (IRA), θεωρούσε κατακτητή της χώρας του. Απηχούσε τα αισθήματα και με την πράξη του αντηχούσε στα πέρατα του κόσμου την κραυγή μιας μεγάλης μερίδας του λαού της Βορείου Ιρλανδίας, που ήθελε μία Ιρλανδία, ελεύθερη και αδιαίρετη.
Το 1981, η βρετανική κυβέρνηση, με επικεφαλής τη Μάργκαρετ Θάτσερ, αρνείται να αναγνωρίσει στους φυλακισμένους του IRA το καθεστώς πολιτικού κρατουμένου. Για την «Σιδηρά Κυρία», ο Σαντς και γενικά οι μαχητές του IRA δεν ήταν αγωνιστές, αλλά κοινοί εγκληματίες, μέλη μιας οργάνωσης που ευθυνόταν για πολλές φονικές επιθέσεις, ένοπλες και βομβιστικές, ενάντια σε στρατιώτες, αστυνομικούς αλλά και αμάχους. Η πολιτική της «εγκληματοποίησης» (criminalisation) στόχευε να υποβιβάσει τον ένοπλο αγώνα σε ποινικό αδίκημα και να διαγράψει κάθε πολιτική του διάσταση. Η Θάτσερ κράτησε τότε μια άτεγκτη στάση απέναντι στον Μπόμπι Σαντς και δεν υποχώρησε ούτε βήμα, ούτε κι όταν ο ήταν ολοφάνερο ότι ο νεαρός κρατούμενος θα παίθαινε, αν συνέχιζε την απεργία πείνας.
Όμως για Μπόμπι Σαντς, και για πολλούς άλλους στη Βόρεια Ιρλανδία, η φυλάκιση ήταν πολιτική πράξη – η συνέχεια ενός αγώνα που είχε τις ρίζες του στην ιστορική καταπίεση. Το να τον υποχρεώνουν να φορά στολή κοινού ποινικού, να καθαρίζει τουαλέτες και να αποκηρύξει τις πεποιθήσεις του, ισοδυναμούσε με εξευτελισμό και αποκήρυξη του ίδιου του του εαυτού.
Ο Μπόμπι ήταν ο πρώτος που ξεκίνησε την απεργία πείνας, την 1η Μαρτίου 1981. Και ο πρώτος που πέθανε. Ήξερε πως μπορεί να μην υπάρχει επιστροφή. Κι όμως, στις 9 Απριλίου, ενώ ήδη αποδυναμωνόταν επικίνδυνα ο οργανισμός του, ο λαός της Βόρειας Ιρλανδίας τον εξέλεξε βουλευτή. Όχι επειδή θα πήγαινε ποτέ στο Γουεστμίνστερ – το ήξεραν όλοι αυτό. Αλλά για να ακουστεί η φωνή του μέσα από τους τοίχους της φυλακής, να νικηθεί το πέπλο σιωπής που είχε ρίξει το Λονδίνο πάνω στο κίνημα.
«Όλοι έχουν μια ικανότητα. Η δική μου είναι να γράφω μες στο σκοτάδι.»
Ο Μπόμπι Σαντς δεν ήταν μόνο αντάρτης. Ήταν ποιητής, ήταν γιος, ήταν φίλος, ήταν πατέρας. Είχε έναν γιο, τον Τζέραρντ, τον οποίο δεν είδε ποτέ να μεγαλώνει. Παντρεύτηκε μικρός την Τζεραλντίν Νόαντ, αλλά ο έγγαμος βίος τους δεν πρόλαβε να ανθίσει. Η ζωή του από νωρίς κλείστηκε σε ένα κελί της φυλακής.
Γεννήθηκε το 1954 σε μια φτωχή καθολική οικογένεια στο βόρειο Μπέλφαστ, σε μια περιοχή με έντονες θρησκευτικές εντάσεις. Η οικογένειά του εκδιώχθηκε από τη γειτονιά τους λόγω της θρησκείας τους και μετακόμισε αλλεπάλληλες φορές. Ο ίδιος θυμόταν τις νύχτες με σπασμένα τζάμια και τους κρότους του φόβου. Αυτή η καθημερινότητα διαμόρφωσε τον χαρακτήρα του. Δεν ήταν ιδεολόγος μέσα από βιβλία. Ήταν πολιτικοποιημένος μέσα από την ίδια του τη ζωή.
Διαβάστε ακόμα:
- Έκανε ενέσεις στον εαυτό του με δηλητήριο φιδιού για 18 χρόνια
- Αποκαλύψεις σοκ στο δικαστήριο για το άγριο φονικό – Ομολόγησε και στην 47χρονη ότι σκότωσε τον Αργυρού
- Έγκωμη: Φιάλες υγραερίου σε εκσκαφή λόγω καθίζησης – Σώθηκαν τα χειρότερα
- Συγκλονιστική ιστορία: Αγνοείτο για 63 χρόνια και εντοπίστηκε... ζωντανή
- Αναβολή στη δίκη για την κακοποίηση πέντε παιδιών: Ζήτησαν νέο δικηγόρο οι γονείς
Το 1972 εντάχθηκε στον Προσωρινό IRA (Provisional IRA), πιστεύοντας ότι αυτός ήταν ο μόνος δρόμος για να σπάσει η σιωπή του φόβου και η αδικία. Το 1976 καταδικάστηκε σε 14 χρόνια φυλάκισης για κατοχή όπλων. Στις φυλακές Maze, συμμετείχε στην "απεργία κουβέρτας" και στη "βρώμικη απεργία", διεκδικώντας το αυτονόητο: να μην φορά στολή κοινού εγκληματία, να έχει πρόσβαση σε γράμματα και επισκέψεις, να μπορεί να μελετά και να προσεύχεται.
«Η εκδίκησή μας θα είναι το γέλιο των παιδιών μας», έγραψε, σε μια στιγμή που το γέλιο φαινόταν τόσο μακρινό όσο και η λευτεριά.
Η απεργία πείνας του κόστισε τη ζωή. Αλλά η εικόνα του δεν χάθηκε με τον θάνατο. Έγινε σύνθημα, τοιχογραφία, ποίημα, τραγούδι. Έγινε μια ανάσα στις καρδιές όσων πίστεψαν ότι η αντοχή ενός ανθρώπου μπορεί να ταράξει μια αυτοκρατορία.