Τηλεόραση Ραδιόφωνο
κυπριακο

Απάντηση σε προηγούμενες επιστολές του Έλληνα Μόνιμου Αντιπροσώπου, Ευάγγελου Σέκερη και της Μόνιμης Αντιπροσώπου της Κυπριακής Δημοκρατίας, Μαρία Μιχαήλ στις 4 και 8 Απριλίου αντίστοιχα δίνει η Τουρκία δια επιστολής Τουρκοκύπριου «εκπροσώπου» του ψευδοκράτους Μεχμέτ Ντανά με τον ισχυρισμό ότι Κύπρος και Ελλάδα «διαστρεβλώνουν» τα γεγονότα στην Κύπρο, την οποία διαβιβάζει στο Γενικό Γραμματέα του ΟΗΕ και το Συμβούλιο Ασφαλείας ο Μόνιμος Αντιπρόσωπος της Τουρκίας στα Ηνωμένα Έθνη, Αχμέτ Γιλντίζ.

Στην επιστολή της στις 8 Απριλίου, η οποία στάλθηκε έπειτα από επιστολή του Μόνιμου Αντιπροσώπου της Τουρκίας την 11η Μαρτίου, η κ. Μιχαήλ σημειώνει ότι η Τουρκία ακολουθεί μια à la carte προσέγγιση προς τα ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, χαρακτηρίζοντάς τα ως παρωχημένα ή απορρίπτοντας το περιεχόμενό τους, όταν δεν ταιριάζουν στο αφήγημά της, σε μια προσπάθεια να πείσει ότι το αποτέλεσμα της επιθετικότητάς της έχει ένα νομικά έγκυρο αποτέλεσμα.  Αναφέρει επίσης ότι ο Μόνιμος Αντιπρόσωπος της Τουρκίας εμπλέκεται σε μια μάταιη προσπάθεια να δικαιολογήσει την επιθετικότητά της προς την Κύπρο και να νομιμοποιήσει την εγκαθίδρυση ενός υποτελούς αποσχιστικού καθεστώτος, καταφεύγοντας σε ιστορικό ρεβιζιονισμό και αλλοίωση βασικών γεγονότων.

Ο Μεχμέτ Ντανά στη δική του επιστολή, υποστηρίζει ότι σύμφωνα με τις παρατηρήσεις και προτροπές του ΟΗΕ ότι «αυτή η φορά πρέπει να είναι διαφορετική», ασχοληθήκαν «ειλικρινά και θετικά» με την Προσωπική Απεσταλμένη του Γενικού Γραμματέα για την εκτέλεση της εντολής της, να διερευνήσει εάν υπάρχει κοινό έδαφος ή όχι μεταξύ των δύο πλευρών για να ξεκινήσει μια νέα και επίσημη διαδικασία διαπραγμάτευσης, η οποία «μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο μετά την επιβεβαίωση της κυριαρχικής ισότητας και του ισότιμου διεθνούς τους καθεστώτος».

Υποστηρίζεται επίσης ότι «ο Έλληνας και η Ελληνοκύπρια Μόνιμη Αντιπρόσωπος εκμεταλλεύονται εδώ και καιρό την απουσία της τουρκοκυπριακής πλευράς σε διεθνείς πλατφόρμες για να παραπλανήσουν τη διεθνή κοινότητα και να αποσπάσουν την προσοχή από την αποκλειστική τους ευθύνη για τη δημιουργία καθώς και τη συνέχιση του Κυπριακού».

Ο κ. Ντανά συνεχίζει λέγοντας ότι το Κυπριακό ξεκίνησε 1963 και όχι το 1974, όταν η ελληνοκυπριακή πλευρά, δήθεν «σφετερίστηκε βίαια τον τίτλο του εταιρικής σχέσης της Κυπριακής Δημοκρατίας και απέλασε τους Τουρκοκύπριους από όλα τα κρατικά όργανα». Παραθέτει εκ νέου τις πάγιες τουρκικές θέσεις για τα γεγονότα που οδήγησαν στην Τουρκική εισβολή της Κύπρου και υποστηρίζει ότι «ο ανθρώπινος πόνος που προκλήθηκε από τις πρόσφατες συγκρούσεις παγκοσμίως, δείχνει χωρίς καμία αμφιβολία ότι το σύστημα εγγυήσεων στην Κύπρο είναι πιο επίκαιρο και απαραίτητο από ποτέ».

Ο «εκπρόσωπος» του ψευδοκράτους υποστηρίζει επίσης στην επιστολή ότι τα σχόλια που έκαναν οι Μόνιμοι Αντιπρόσωποι Ελλάδας και Κύπρου για το Κυπριακό, μετά από περισσότερα από 50 χρόνια διαπραγματεύσεων, τα οποία είναι στο ίδιο πλαίσιο και με «ξεπερασμένες παραμέτρους», έχει γίνει ξεκάθαρο ότι η επιμονή σε αυτήν την κατηγορηματικά αποτυχημένη φόρμουλα εξυπηρετεί μόνο την διαιώνιση του απαράδεκτου και μη βιώσιμου status quo στο νησί, όπου η ελληνοκυπριακή πλευρά αντιμετωπίζεται σαν να είναι η «νόμιμη κυβέρνηση του του νησιού» και η Τουρκοκυπριακή πλευρά αντιμετωπίζεται σαν να είναι μια απλή «κοινότητα».

Ισχυρίζεται ότι «αυτή η ανισότητα στη μεταχείριση των πλευρών επιτρέπει στην ελληνοκυπριακή διοίκηση να απολαύσει τα οφέλη του παράνομου και άδικου καθεστώτος και να κρατήσει τον τουρκοκυπριακό λαό κάτω από μια απάνθρωπη απομόνωση που καλύπτει τα πάντα».

«Αυτοί είναι οι λόγοι που η τουρκοκυπριακή πλευρά δεν συναινεί πλέον σε μια συμφωνία που βασίζεται σε μια "διζωνική, δικοινοτική ομοσπονδία"», υποστηρίζει.

Προτρέπει τους Μόνιμους Αντιπροσώπους Ελλάδας και Κύπρου ότι «αντί να εκτοξεύουν αβάσιμες κατηγορίες, θα έπρεπε υιοθετήσουν μια ειλικρινή προσέγγιση για την επίτευξη συμφωνίας για το Κυπριακό με τις σημερινές πραγματικότητες του νησιού, οι οποίες, μεταξύ άλλων, θα σέβονταν το εγγενές δικαιώματα του τουρκοκυπριακού λαού».

Αναφέρει επίσης εν είδει «υπενθύμισης»  στην «ελληνοκυπριακή διοίκηση», όπως αναφέρεται στην Κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας, ότι «η ομόλογη της είναι και ήταν πάντα, η Τουρκοκυπριακή πλευρά, όχι η Τουρκία».